"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΣΤΟΡΙΑΣ ΠΕΤΡΟ!

Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Γ.Ο.Χ. Θεουπόλεως κ. Χριστόδουλος, ο οποίος ασκεί τα αρχιερατικά καθήκοντα στις Η.Π.Α. δημιούργησε ένα εξαιρετικό ντοκιμαντέρ (στην αγγλική γλώσσα) αφιερωμένο στον μακαριστό Μητροπολίτης Γ.Ο.Χ. Αστορίας κ. Πέτρο Αστυφίδη. Δείτε το Α΄ μέρος ("Από την Χίο στο Άγιον Όρος") εδώ:

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Οι Κανόνες του Μεγάλου Βασιλείου περί Σχισματικών

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ 80 ΕΤΩΝ
ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΤΘΑΙΪΚΟ ΣΧΙΣΜΑ (1937)


ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΪΚΟΥ ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ (1937)

Μετά την αποκήρυξη της επίσημης Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και την καταγγελία εναντίον της για την Ημερολογιακή Καινοτομία του 1924 από τους τρεις Αρχιερείς Δημητριάδος Γερμανό, πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομο και Ζακύνθου Γερμανό, δημιουργήθηκε προσωρινή Ιερά Σύνοδος των Γνησίων Ορθοδόξων με την χειροτονία τεσσάρων ακόμη Επισκόπων, του Διαυλείας Πολυκάρπου, του Μεγαρίδος Χριστοφόρου, του Κυκλάδων Γερμανού και του Βρεσθένης Ματθαίου. Από τους παραπάνω οι Ζακύνθου, Διαυλείας και Μεγαρίδος επέστρεψαν στην επίσημη Εκκλησία και οι υπόλοιποι τέσσερις συνέχισαν ενωμένοι την ποιμαντορία των Γνησίων Ορθοδόξων, οι οποίοι εκείνη την περίοδο ξεπερνούσαν το ένα εκατομμύριο πιστούς! Την ενότητα και πρόοδο του Ιερού αυτού Αγώνος φθόνησε ο διάβολος και έτσι στις 8 Σεπτεμβρίου του 1937 ο, χωρίς επίγνωση ζηλωτής, Βρεσθένης Ματθαίος αποκήρυξε τον Πρόεδρο της Συνόδου Δημητριάδος Γερμανό και τον Άγιο πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομο και δημιούργησε Σχίσμα, στο οποίο τον ακολούθησε για κάποια χρόνια και ο Κυκλάδων Γερμανός, αλλά και μέγα πλήθος κληρικών, μοναχών και λαϊκών.
Αφορμή του Σχίσματος ήταν η άρνηση του Δημητριάδος και του Αγίου πρ. Φλωρίνης να δεχθούν την από 17/30 Ιουνίου 1937 πρόταση του Βρεσθένης η οποία προέτρεπε "ὅπως ἐκδοθῇ Συνοδικὴ Ἐγκύκλιος πρὸς ἄπαν τὸ ἐν Ἑλλάδι λογικὸν τοῦ Χριστοῦ Ποίμνιον, τὸ ὑπὲρ τῆς Πατρώας ἀγωνιζόμενον Πίστεως ἐν ᾖ τὸν λόγον τῆς Ὀρθοδοξίας διὰ τοῦ στόματος Ἡμῶν ἀναλαμβάνοντες διακηρύξαι ὁφείλομεν σαφῶς, ὅτι στεροῦνται τῆς Θείας Χάριτος πάντα τὰ Μυστήρια τῆς ὑπὸ τὸν Μ. Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Χρυσόστομον Παπαδόπουλον Σχισματικῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὸν Α΄ Κανόνα τοῦ Μ. Βασιλείου καὶ καθορίσαι όφείλομεν τὴν δι᾿ ἀναχρίσεως μὲν προσέλευσιν εἰς τὴν Γνησίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν τῶν ἐν τῷ Σχίσματι βαπτισθέντων παιδίων, συμφώνως τῷ προρρηθέντι Κανόνι τοῦ Οὐρανοφάντορος Βασιλείου".
Ο Ματθαίος θεωρώντας ως "ενεργεία" Σχισματικούς τους Νεοημερολογίτες θεωρούσε τα Μυστήριά τους άνευ Θείας Χάριτος και ζητούσε και η Σύνοδος των Γ.Ο.Χ. να το διακηρύξει (εφαρμόζοντας ταυτόχρονα την εισδοχή διά Αγίου Μύρου), φέρνοντας ως συνήγορο στην άποψή του τον Κανόνα του Μεγάλου Βασιλείου για τους Σχισματικούς. Επειδή η πρότασή του δεν έγινε δεκτή έκανε Σχίσμα!
Για να δούμε αν είχε δίκαιο ο Ματθαίος θα ανατρέξουμε στον Α΄ Κανόνα του Μεγάλου Βασιλείου (αλλά και στον ΜΖ΄ Κανόνα αυτού, ο οποίος είναι σχετικός με το θέμα), πάνω στον οποίο θα γράψουμε ολίγα τινά. 

Ο Α΄ ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Τὸ μὲν οὖν περὶ τοὺς Καθαροὺς ζήτημα καὶ εἴρηται πρότερον καὶ καλῶς ἀπεμνημόνευσας, ὅτι δεῖ τῷ ἔθει τῷ καθ᾿ ἑκάστην χώραν ἕπεσθαι, διὰ τὸ διαφόρως ἐνδιενεχθῆναι περὶ τοῦ βαπτίσματος αὐτῶν τοὺς τότε περὶ τούτων διαλαβόντας. Τὸ δὲ τῶν Πεπουζηνῶν οὐδένα μοι λόγον ἔχειν δοκεῖ καὶ ἐθαύμασα, πῶς κανονικὸν ὄντα τὸν μέγαν Διονύσιον παρῆλθεν. Ἐκεῖνο γὰρ ἔκριναν οἱ παλαιοὶ δέχεσθαι βάπτισμα, τὸ μη δὲν τῆς πίστεως παρεκβαῖνον. Ὅθεν, τὰς μὲν αἱρέσεις ὠνόμασαν, τὰ δὲ σχίσματα, τὰς δὲ παρασυναγωγάς. Αἱρέσεις μέν, τοὺς παντελῶς ἀπεῤῥηγμένους καὶ κατ᾿ αὐτὴν τὴν πίστιν ἀπηλλοτριωμένους, σχίσματα δέ, τοὺς δι᾿ αἰτίας τινὰς ἐκκλησιαστικὰς καὶ ζητήματα ἰάσιμα πρὸς ἀλλήλους διενεχθέντας, παρασυναγωγὰς δέ, τὰς συνάξεις τὰς παρὰ τῶν ἀνυποτάκτων πρεσβυτέρων ἢ ἐπισκόπων καὶ παρὰ τῶν ἀπαιδεύτων λαῶν γινομένας. Οἷον, εἴ τις ἐν πταίσματι ἐξετασθείς ἐπεσχέθη τῆς λειτουργίας καὶ μὴ ὑπέκυψε τοῖς κανόσιν, ἀλλ᾿ ἑαυτῷ ἐξεδίκησε τὴν προεδρίαν καὶ τὴν λειτουργίαν καὶ συναπῆλθον τούτῳ τινές, καταλιπόντες τὴν καθολικὴν ἐκκλησίαν, παρασυναγωγὴ τὸ τοιοῦτον· σχίσμα δέ, τὸ περὶ τῆς μετανοίας διαφόρως ἔχειν πρὸς τοὺς ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας· αἱρέσεις δέ, οἷον ἡ τῶν Μανιχαίων καὶ Οὐαλεντίνων καὶ Μαρκιωνιστῶν καὶ αὐτῶν τούτων τῶν Πεπουζηνῶν, εὐθὺς γὰρ περὶ τῆς αὐτῆς τῆς εἰς Θεὸν πίστεως ἐστιν ἡ διαφορά. Ἔδοξε τοίνυν τοῖς ἐξ ἀρχῆς, τὸ μὲν τῶν αἱρετικῶν παντελῶς ἀθετῆσαι, τὸ δὲ τῶν ἀποσχισάντων, ὡς ἔτι ἐκ τῆς Ἐκκλησίας ὄντων, παραδέξασθαι, τοὺς δὲ ἐν ταῖς παρασυναγωγαῖς, μετανοίᾳ ἀξιολόγῳ καὶ ἐπιστροφῇ βελτιωθέντας, συνάπτεσθαι πάλιν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὥστε πολλάκις καὶ τοὺς ἐν βαθμῷ συναπελθόντας τοῖς ἀνυποτάκτοις, ἐπειδὰν μεταμεληθῶσιν, εἰς τὴν αὐτὴν παραδέχεσθαι τάξιν. Οἱ τοίνυν Πεπουζηνοὶ προδήλως εἰσὶν αἱρετικοί, εἰς γὰρ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐβλασφήμησαν, Μοντανῷ καὶ Πρισκίλλῃ τὴν τοῦ Παρακλήτου προσηγορίαν ἀθεμίτως καὶ ἀναισχύντως ἐπιφημίσαντες. Εἴτε οὖν ὡς ἀνθρώπους θεοποιοῦντες, κατάκριτοι, εἴτε ὡς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τῇ πρὸς ἀνθρώπους συγκρίσει καθυβρίζοντες, καὶ οὕτω τῇ αἰωνίῳ καταδίκῃ ὑπεύθυνοι, διὰ τὸ ἀσυγχώρητον εἶναι τὴν εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον βλασφημίαν. Τίνα οὖν λόγον ἔχει τὸ τούτων βάπτισμα ἐγκριθῆναι, τῶν βαπτιζόντων εἰς Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ Μοντανὸν καὶ Πρίσκιλλαν; Οὐ γὰρ ἐβαπτίσθησαν οἱ μὴ εἰς τὰ παραδεδομένα ἡμῖν βαπτισθέντες. Ὥστε, εἰ καὶ τὸν μέγαν Διονύσιον τοῦτο παρέλαθεν, ἀλλ᾿ ἡμῖν οὐ φυλακτέον τὴν μίμησιν τοῦ σφάλματος, τὸ γὰρ ἄτοπον, αὐτόθεν πρόδηλον καὶ πᾶσιν ἐναργές, οἷς καὶ μικρὸν τοῦ λογίζεσθαι μέτεστιν. Οἱ δὲ Καθαροὶ καὶ αὐτοὶ τῶν ἀπεσχισμένων εἰσί, πλὴν ἀλλ᾿ ἔδοξε τοῖς ἀρχαίοις, τοῖς περὶ Κυπριανὸν λέγω καὶ Φιρμιλιανὸν τὸν ἡμέτερον, τούτους πάντας μιᾷ ψήφῳ ὑποβαλεῖν· Καθαροὺς καὶ Ἐγκρατίτας καὶ Ὑδροπαραστάτας καὶ Ἀποτακτίτας. Διότι ἡ μὲν ἀρχὴ τοῦ χωρισμοῦ διὰ σχίσματος γέγονεν, οἱ δὲ τῆς Ἐκκλησίας ἀποστάντες οὐκ ἔτι ἔσχον τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ἑαυτούς, ἐπέλιπε γὰρ ἡ μετάδοσις τῷ διακοπῆναι τὴν ἀκολουθίαν. Οἱ μὲν γὰρ πρῶτοι ἀναχωρήσαντες, παρὰ τῶν Πατέρων ἔσχον τὰς χειροτονίας καὶ διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν αὐτῶν εἶχον τὸ χάρισμα τὸ πνευματικόν. Οἱ δέ, ἀποῤῥαγέντες, λαϊκοὶ γενόμενοι, οὔτε τοῦ βαπτίζειν, οὔτε τοῦ χειροτονεῖν εἶχον ἐξουσίαν, οὔτε ἠδύνατο χάριν Πνεύματος ἁγίου ἑτέροις παρέχειν, ἧς αὐτοὶ ἐκπεπτώκασι· διὸ ὡς παρὰ λαϊκῶν βαπτιζομένους τοὺς παρ᾿ αὐτῶν ἐκέλευσαν, ἐρχομένους ἐπὶ τὴν Ἐκκλησίαν, τῶ ἀληθινῷ βαπτίσματι τῷ τῆς Ἐκκλησίας ἀνακαθαίρεσθαι. Ἐπειδὴ δὲ ὅλως ἔδοξέ τισι τῶν κατὰ τὴν Ἀσίαν, οἰκονομίας ἕνεκα τῶν πολλῶν, δεχθῆναι αὐτῶν τὸ βάπτισμα, ἔστω δεκτόν. Τὸ δὲ τῶν Ἐγκρατιτῶν κακούργημα νοῆσαι ἡμᾶς δεῖ ὅτι, ἵνα αὐτοὺς ἀπρυσδέκτους ποιήσωσι τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἐπεχείρησαν λοιπὸν ἰδίῳ προκαταλαμβάνειν βαπτίσματι, ὅθεν καὶ τὴν συνήθειαν τὴν ἑαυτῶν παρεχάραξαν. Νομίζω τοίνυν ὅτι, ἐπειδὴ οὐδέν ἐστι περὶ αὐτῶν φανερῶς διηγορευμένον, ἡμᾶς προσῆκε. ἀθετεῖν αὐτῶν τὸ βάπτισμα, κἄν τις ᾖ παρ᾿ αὐτῶν εἰληφώς, προσιόντα τῇ Ἐκκλησίᾳ βαπτίζειν. Ἐὰν μέντοι μέλλῃ τῇ καθόλου οἰκονομίᾳ ἐμπόδιον ἔσεσθαι τοῦτο, πάλιν τῷ ἔθει χρηστέον καὶ τοῖς οἴκονομήσασι τὰ καθ᾽ ἡμᾶς Πατράσιν ἀκολουθητέον. Ὑφόρομαι γὰρ μήποτε, ὡς βουλόμεθα ὀκνηροὺς αὐτοὺς περὶ τὸ βαπτίζειν ποιῆσαι, ἐμποδίσωμεν τοῖς σῳζομένοις διὰ τὸ τῆς προτάσεως αὐστηρόν. Εἰ δὲ ἐκεῖνοι φυλάσσουσι τὸ ἡμέτερον βάπτισμα, τοῦτο ἡμᾶς μὴ δυσωπείτω· οὐ γὰρ ἀντιδοδόναι αὐτοῖς ὑπεύθυνοι χάριν ἐσμέν, ἀλλὰ δουλεύειν ἀκριβείᾳ κανόνων. Παντὶ δὲ λόγῳ τυπωθήτω, τοὺς ἀπὸ τοῦ βαπτισμοῦ ἐκείνων προσερχομένους, χρίεσθαι ὑπὸ τῶν πιστῶν δηλονότι καὶ οὕτω προσιέναι τοῖς μυστηρίοις. Οἶδα δέ, ὅτι τοὺς ἀδελφοὺς τοὺς περὶ Ζώινον καὶ Σατορνῖνον, ἀπ᾿ ἐκείνης ὄντας τῆς τάξεως, προσεδεξάμεθα εἰς τὴν καθέδραν τῶν ἐπισκόπων, ὥστε τοὺς τῷ τάγματι ἐκείνων συνημμένους, οὐκέτι δυνάμεθα διακρίνειν ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας, οἷον κανόνα τινὰ τῆς πρὸς αὐτοὺς κοινωνίας ἐκθέμενοι, διὰ τῆς τῶν επισκόπων παραδοχῆς.

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΟΝ Α΄ ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΖ΄ ΚΑΝΟΝΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Ο Μέγας Βασίλειος κατονομάζει τους κυριότερους σχισματικούς της εποχής του, οι οποίοι είναι οι Καθαροί και οι Εγκρατίτες (γνωστοί και ως Υδροπαραστάτες και Αποτακτίτες). Ας τους δούμε λίγο πιο αναλυτικά:
α. Οι Καθαροί, είναι γνωστοί και ως Νοβατιανοί. Ο πρωτεργάτης του σχίσματος Νοβατιανός διαφώνησε με την συγκατάβαση της Τοπικής Εκκλησίας της Ρώμης (στην οποία ανήκε) απέναντι στους λεγόμενους "πεπτωκότες" (εκείνους που κατά την διάρκεια των διωγμών είχαν αρνηθεί τον Χριστό από φόβο) και αποσχίστηκε από αυτήν δημιουργώντας ξεχωριστή εκκλησιαστική Κοινότητα που αποτελούνταν από ομάδα αυστηρών κληρικών και λαϊκών της, οι οποίοι δεν αποδεχόντουσαν την μετάνοια των "πεπτωκότων" και δεν ήθελαν να κοινωνήσουν μαζί τους για να μην μιανθούν (για τον λόγο αυτόν ονομάστηκαν Καθαροί). Καταδικάστηκαν από πολλές Τοπικές Συνόδους (Ρώμης επί Πάπα Κορνηλίου, Καρχηδόνας επί Αγίου Κυπριανού, Αντιοχείας κ.α.), ήδη από τα μέσα του Γ΄ αιώνος, και οι πρώτες Οικουμενικές Σύνοδοι καθόρισαν τον τρόπο εισδοχής τους στην Εκκλησία (Η΄ Κανόνας της Α΄ και Ζ΄ Κανόνας της Β΄).
β. Υπό την γενική ονομασία Εγκρατίτες ονομάστηκαν όσοι απέρριπταν μετά βδελυγμίας κυρίως την κρεοφαγία και τον γάμο. Ονομάστηκαν επίσης και Υδροπαραστάτες (επειδή βδελύσσονταν το κρασί και τελούσαν την Θεία Ευχαριστεία με νερό), καθώς και Αποτακτίτες (επειδή αποτάσσονταν γενικώς τα κοσμικά). Τέτοιες ιδέες είχαν όχι μόνο  αιρετικές ομάδες γνωστικών, αλλά και μέλη της Εκκλησίας. Στην εποχή και την περιοχή του Μεγάλου Βασιλείου οι ιδέες αυτές άκμαζαν μεταξύ των οπαδών του επισκόπου Σεβαστείας Ευσταθίου οι οποίοι είχαν αποσχιστεί από την Εκκλησία εξαιτίας των απόψεών τους αυτών, για αυτό και καταδικάστηκαν από την εν Γάγγρα Τοπική Σύνοδο το 340
Στους παραπάνω Σχισματικούς αναφέρεται ξανά ο Μέγας Βασίλειος με τον ΜΖ΄ Κανόνα του (ο οποίος έχει άρρηκτη σχέση με τον Α΄ Κανόνα του) με τον οποίο προτάσσει αντί της Οικονομίας (να γίνονται δεκτοί με την χρήση Μύρου) την Ακρίβεια (να γίνονται δεκτοί διά Βαπτίσματος) θέτοντας την γνώμη του υπό την κρίση Συνόδου Επισκόπων
Ο ΜΖ΄ Κανόνας έχει ως εξής:
Ἐγκρατῖται καὶ Σακκοφόροι καὶ Ἀποτακτῖται τῷ αὐτῷ ὑπόκεινται λόγῳ, ᾧ καὶ Ναβατιανοί, ὅτι περὶ μὲν ἐκείνων κανὼν εξεφωνήθη, εἰ καὶ διάφορος, τὰ δὲ κατὰ τούτους ἀποσεσιώπηται. Ἡμεῖς μέντοι ἑνὶ λόγῳ ἀναβαπτίζομεν τοὺς τοιούτους. Εἰ δὲ παρ᾿ ὑμῖν ἀπηγόρευται τὸ τοῦ ἀναβαπτισμοῦ, ὥσπερ οὖν καὶ παρὰ ῥωμαίοις, οἰκονομίας τινὸς ἕνεκα, ἀλλ᾿ ὁ ἡμέτερος λόγος ἰσχὺν ἐχέτω· ὅτι, ἐπειδὴ ὥσπερ Μαρκιωνιστῶν ἐστιν αὐτοβλάστημα ἡ κατ᾿ αὐτοὺς αἵρεσις, βδελυσσομένων τὸν γάμον καὶ ἀποστρεφομένων τὸν οἶνον καὶ τὴν κτίσιν τοῦ Θεοῦ μεμιασμένην εἶναι λεγόντων, οὐ δεχόμεθα αὐτοὺς εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἐὰν μὴ βαπτισθῶσιν εἰς τὸ ἡμέτερον βάπτισμα. Μὴ γὰρ λεγέτωσαν, ὅτι εἰς Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα ἐβαπτίσθη μεν, οἵ γε κακῶν ποιητὴν ὑποτιθέμενοι τὸν Θεόν, ἐφαμίλλως τῷ Μαρκίωνι καὶ ταῖς λοιπαῖς αἱρέσεσιν. Ὥστε, ἐὰν ἀρέσκῃ τοῦτο, δεῖ πλείονας ἐπισκόπους ἐν ταυτῷ γενέσθαι καὶ οὕτως ἐκθέσθαι τὸν κανόνα, ἵνα καὶ τῷ ποιήσαντι τὸ ἀκίνδυνον ᾖ, καὶ ὁ ἀποκρινόμενος τὸ ἀξιόπιστον ἔχῃ ἐν τῇ περὶ τῶν τοιούτων ἀποκρίσει.
Τον τρόπο εισδοχής των σχιματοαιρετικών αυτών καθόρισε επίσης εκτός από την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (με τον Ζ΄ Κανόνα της, όπως προείπαμε) και η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος (με τον ϟΕ' Κανόνα της).
Ο Μέγας Βασίλειος λοιπόν προτείνει μεν τον τρόπο εισδοχής των παραπάνω εμφανώς αποκομμένων από την Εκκλησία και καταδικασμένων Σχισματικών, όχι όμως ενεργώντας αυτόνομα, αλλά λαμβάνοντας υπόψιν του την πράξη όλης της Εκκλησίας στην Οποία και μόνο αναγνωρίζει το δικαίωμα να λάβει έγκυρη απόφαση. Γι' αυτό και ο Άγιος Νικόδημος στην Ερμηνεία του ΜΖ΄ Κανόνος του Αγίου γράφει πως για την γνώμη του Μεγάλη Βασιλείου ο ίδιος λέει πως "ἀνίσως καὶ ᾖναι ἀρεστὴ ἡ γνώμη αὕτη, πρέπει νὰ γένῃ Σύνοδος Ἐπισκόπων, διὰ νὰ ποιήσουν αὐτήν, γνώμην μερικὴν οὖσαν, Κανόνα Καθολικὸν καὶ ἀπαράβατον".

ΕΥΛΟΓΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Κατόπιν όσων γράφτηκαν παραπάνω εγείρονται τα εξής ερωτήματα:
α. Τί σχέση μπορεί να έχει η στάση του ταπεινού, και για αυτό Μεγάλου, Αγίου Βασιλείου με την του Βρεσθένης Ματθαίου, ο οποίος επειδή δεν έγινε δεκτή η άποψή του έκανε Σχίσμα στην Εκκλησία;
β. Ποια Σύνοδος είχε καταδικάσει, από το 1924 που εμφανίστηκαν μέχρι το 1937, τους Νεοημερολογίτες ως Σχισματικούς;
γ. Ποια Σύνοδος καθόρισε τον τρόπο εισδοχής των Νεοημερολογιτών στην Εκκλησία;
Όπως εύκολα κατανοεί κάθε εχέφρων η στάση του Ματθαίου Καρπαθάκη είναι απορριπτέα από τους Ορθοδόξους, όχι μόνο διότι δημιούργησε Σχίσμα, αλλά επειδή άρπαξε τα δικαιώματα της Συνόδου και έδρασε ως "Υπερσύνοδος":
α. Καταδικάζοντας τους Νεοημερολογίτες ως σχισματικούς,
β. Καθορίζοντας τον τρόπο εισδοχής τους στην Εκκλησία και  
γ. Αποκηρύσσοντας τους Ορθοδόξους που δεν συμφωνούσαν με αυτήν την εωσφορική υπέρβαση των δικαιωμάτων του.
Είθε οι Ματθαιϊκοί της εποχής μας να λάβουν τα παραπάνω σοβαρά υπόψιν τους και να επανέλθουν στην Ακαινοτόμητη αγωνιζομένη Εκκλησία των Γνησίων Ορθοδόξων, εξαλείφοντας ένα Σχίσμα ογδόντα (80) ετών, ώστε ενωμένοι, με τον τρόπο που θέλουν οι Άγιοι Πατέρες και με σεβασμό στο Συνοδικό Πολίτευμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, να αντιμετωπίσουμε την Παναίρεση του Οικουμενισμού και την σύγχρονη Αποστασία.
Αμήν! Γένοιτο!
Νικόλαος Μάννης

Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Για την υποκρισία της Συνόδου της επίσημης Εκκλησίας


Διαβάσαμε στην "Ρομφαία" ( http://www.romfea.gr/epikairotita-xronika/15947-i-iera-sunodos-gia-ton-autoapokaloumeno-patir-kleomeni ) ανακοίνωση της Συνόδου της κρατούσης Εκκλησίας της Ελλάδος κατά του, γνωστού τοις πάσι πλέον, πατρός Κλεομένη. Χωρίς να συμφωνούμε με τις απόψεις και με την δράση του εν λόγω κληρικού ΚΑΤΑΓΓΕΛΟΥΜΕ την υποκρισία της Συνόδου, για δύο λόγους:
α. Διότι η Ορθοδοξία δεν κινδυνεύει από ανθρώπους σαν τον π. Κλεομένη, όσο και ακραίοι και αν είναι, αλλά από ανθρώπους σαν τον Βαρθολομαίο, τον Ζηζιούλα και τους υπολοίπους  αιρετικούς Οικουμενιστές, τους οποίους η Σύνοδος δεν τολμά να ελέγξει διότι μετέχει των ιδίων παναιρετικών φρονημάτων.  
β. Διότι δεν πρέπει να μιλούν περί "αγάπης και πραότητας" οι διάδοχοι εκείνων που ξυλοκόπησαν, φυλάκισαν, εξόρισαν, διαπόμπευσαν, ακόμη και δολοφόνησαν εκείνους που αρνήθηκαν να υποταχθούν στις αποφάσεις τους (όπως έχει καταγράψει και καταγράφει ακόμη η Ιστορία - ένα μέρος εδώ: http://krufo-sxoleio.blogspot.gr/2016/01/1924-1928.html). Τί πιο ακραίο δηλαδή έπραξε ο π. Κλεομένης, από τον τότε Πρωτοσύγκελο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών Διονύσιο Ψαριανό (μετέπειτα δεσπότη Κοζάνης), ο οποίος αρχές της δεκαετίας του 1950 στα υπόγεια της Αρχιεπισκοπής ξύριζε βιαίως μαζί με χωροφύλακες Παλαιοημερολογίτες ιερείς και μάζευε τα γένια τους σε ένα τσουβάλι το οποίο επεδείκνυε καγχάζοντας: "εδώ μέσα έχω την ιερωσύνη των Παλαιοημερολογιτών";
Άραγε οι Συνοδικοί θα δηλώσουν, έστω και μετά από 70 χρόνια, την συμπαράστασή της προς όσους είχαν πληγεί τότε από τις αντιχριστιανικές και απάνθρωπες ενέργειες των προκατόχων τους; Πολύ αμφιβάλλουμε...


Π. ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ-ΑΓΙΟΙ ΤΟΠΟΙ: ΓΙΑ ΠΑΛΑΙΟ-ΝΕΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ



ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ ''ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ: ΦΟΒΕΡΕΣ ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΤΟΥ Π. ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ! ΑΣ ΒΛΕΠΟΥΝ ΚΑΙ ΑΣ ΑΚΟΥΝ ΟΙ ΚΑΘΕ ΛΟΓΗΣ ''ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ'' ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΦΙΜΩΝΟΥΝ ΤΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΦΩΝΕΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ..... ΑΚΟΥΣΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΑ ΤΑ ΒΙΝΤΕΟ!

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Ο ΠΕΡΙΦΗΜΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΣΕΒΑΣΤΟΣ Ο ΚΥΜΙΝΗΤΗΣ


Τὸ ἐξακουστὸν «Φροντιστήριον» τῆς Τραπεζοῦντος (1682)

Νικολάου Μάννη,
ἐκπαιδευτικοῦ

Ὁ Τραπεζούντιος Διδάσκαλος τοῦ Γένους Σεβαστὸς ὁ Κυμινήτης γεννήθηκε  περὶ τὸ 1630 στὰ Κύμινα τῆς Τραπεζοῦντος. Σπούδασε στὴν Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολὴ στὴν Κωνσταντινούπολη, κοντὰ στοὺς περίφημους διδασκάλους Ἰωάννη Καρυοφύλλη καὶ Ἀλέξανδρο Μαυροκορδάτο τὸν «ἐξ ἀπορρήτων», τὸν ὁποῖο διαδέχθηκε στὴν σχολαρχία τὸ 1671. Μετὰ ἀπὸ μιὰ δεκαετία ἀναγκάστηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν Σχολὴ μετὰ ἀπὸ στάση τῶν μαθητῶν ποὺ ὑποκίνησε ὁ Γεράσιμος ὁ Ἀκαρνάν, ὁ ὁποῖος μάλιστα τὸν διαδέχθηκε στὴν σχολαρχία. Οἱ μαθητὲς συκοφάντησαν τὸν Σεβαστὸ στὸν Πατριάρχη Καλλίνικο τὸν Β΄ (Ἀκαρνάν καὶ ἐκεῖνος) ὡς δήθεν ὀπαδὸ τοῦ θνητοψυχισμοῦ καὶ καλβινιστή. Ἡ πρώτη κατηγορία βασίστηκε σὲ μιὰ σκόπιμη παρερμηνεία μιὰς ἀπόψεώς του στὰ σχόλια τοῦ Κορυδαλλέως στὸ Περὶ Ψυχῆς τοῦ Ἀριστοτέλους, ἐνῶ ἡ δεύτερη βασίστηκε στὸ ὅτι χρημάτισε μαθητὴς τοῦ ἐπίσης κατηγορηθέντος ὡς καλβινίζοντος Καρυοφύλλου. Καὶ οἱ δύο κατηγορίες ἀποδεικνύονται ἀνυπόστατες, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει καμία ἀπόδειξη ἀπὸ τὰ ἔργα του πὼς ὑπήρξε θνητοψυχιστής, ἐνῶ ἀντιτάχθηκε καὶ σὲ μερικὲς καλβινίζουσες θέσεις τοῦ δασκάλου του μὲ τὰ θεολογικά του κείμενα. Ξεκάθαρα λοιπὸν αἰτία τῆς ἀποπομπῆς του ἦταν ὁ διορισμὸς ὡς Σχολάρχου τοῦ Γερασίμου τοῦ Ἀκαρνάνος, συμπατριώτου τοῦ Πατριάχου, ὁ ὁποῖος - ὦ, τῆς θείας δίκης - ἀποπέμφθηκε καὶ αὐτὸς ἀργότερα μετὰ ἀπὸ στάση τῶν μαθητῶν του!
Στὸν Σεβαστὸ ἔγινε ἀμέσως πρόταση ἀπὸ τὸν ἐν Μόσχᾳ εὐρισκόμενο Ἕλληνα διάκονο Τιμόθεο νὰ ἀναλάβει τὴν διεύθυνση τῆς Σχολῆς τῆς Μόσχας, ἐκείνος ὅμως ἀρνήθηκε γιὰ τὸν ἑξὴς λόγο. Ἔμαθε ἀπὸ κάποιον συμπατριώτη του πὼς στὴν Τραπεζοῦντα κατέφθασαν παπικοὶ μοναχοὶ καὶ ἄρχισαν νὰ διδάσκουν δωρεὰν μαθήματα στοὺς κατοίκους. Κατανοήσας ὁ μακαριστὸς Διδάσκαλος τὸν σκοπὸ τῶν παπικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν ἦταν ἄλλος ἀπὸ τὸν προσηλυτισμό, ἔσπευσε νὰ ἐπιστρέψει στὴν πατρίδα του, στὴν ὁποία ἵδρυσε τὸ περίφημο «Φροντιστήριον» τῆς Τραπεζοῦντος (1682). Μὲ τὴν διδασκαλία του δὲν μόρφωσε μόνο τοὺς μαθητὲς φιλολογικῶς καὶ φιλοσοφικῶς, ἀλλὰ καὶ θεολογικῶς, ὥστε νὰ ἀποτραπεῖ ἡ παπικὴ προπαγάνδα. Γράφει ὁ βιογράφος του: «Μὴ περιοριζόμενος δὲ μόνον εἰς τὴν ἐν τῷ Φροντιστηρίῳ διδασκαλίαν ἀνέπτυσσε συνεχῶς εἰς τοὺς συμπολίτας του τὰ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον καθήκοντα, στηρίζων αὐτοὺς εἰς τὴν πίστιν τῶν πατέρων καὶ πρότυπον ἀρετῆς καὶ θεοσεβείας ἑαυτὸν παρέχον» (Ἐπαμεινώνδα Κυριακίδου, Βιογραφίαι τῶν ἐκ Τραπεζοῦντος…, Ἀθήναι, 1897, σελ. 67). Τὸ ἔργο του στέφθηκε μὲ ἀπόλυτη ἐπιτυχία καὶ ὁ ἵδιος προκάλεσε τὴν μήνι τῶν παπικῶν, ποὺ ἀποπειράθηκαν νὰ τὸν τυφλώσουν, εὐτυχῶς ἀνεπιτυχῶς!
Τὸ 1689 ἀνέλαβε, κατόπιν προσκλήσεως τοῦ θεοσεβοῦς Ἑλληνομαθοῦς Ἡγεμόνος τῆς Οὐγγροβλαχίας Κωνσταντίνου Μπρινκοβεάνου (περὶ τούτου καὶ τοῦ μαρτυρίου του, προσεχῶς), τὴν διεύθυνση τῆς περίφημης νεοιδρυθείσης Αὐθεντικῆς Ἀκαδημίας τοῦ Βουκουρεστίου, τὴν ὁποία διηύθυνε ἐπιτυχῶς ὡς τὴν κοίμησή του στὶς 6 Σεπτεμβρίου 1702. Ἄφησε πολλοὺς μαθητὲς καὶ κατέλιπε πάμπολλα συγγράμματα (ἄνω τῶν 100), ἄπαντα ἀνέκδοτα πλὴν δύο.
Τὰ ἐκδεδομένα ἔργα του εἶναι τὰ ἑξῆς:
1.  Ἑορτολόγιον. Ἐκδόθηκε τὸ 1701 στὸ τυπογραφείο τῆς Μονῆς τοῦ Snagov στὴν νότια Ρουμανία. Ἀναφέρεται κυρίως σὲ ζητήματα χρονολογίας, ἑορτολογίου καὶ Πασχαλίου. Μὲ τὴν ἐπιχειρηματολογία του κατὰ τῆς καινοτομίας τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, ἐπηρέασε καὶ τοὺς συγχρόνους του, ἀλλὰ καὶ τοῦς μεταγενεστέρους Πατέρες καὶ Διδασκάλους, ὅπως τὸν Δοσίθεο Ἱεροσολύμων, τὸν Κωνσταντινουπόλεως Καλλίνικο ἐκ Ζαγορᾶς καὶ τὸν Ἅγιο Νικόδημο. Στὸ πόνημα αὐτὸ ἰσχυρίζεται πὼς οἱ Λατῖνοι εἶναι ἐκτὸς Ἐκκλησίας ἀφοῦ «διὰ μίαν χρονικὴν διόρθωσιν ἐξεχωρίσθησαν καὶ ἀπεκόπησαν κοντὰ εἰς τὰ ἄλλα, καὶ κατὰ τὸ καλενδάριον ἀπὸ τὸ καθόλου σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς σχισματικοί, καὶ αὐτάρεσκοι, καὶ αὐτοκέφαλοι ὁποῦ εἶναι». Ἂς τὰ βλέπουν οἱ σημερινοὶ Οἰκουμενιστὲς ποὺ τοὺς ὁνομάζουν καὶ θεωροῦν «Ἐκκλησία».
2.  Δογματικὴ Θεολογία. Τὸ ἔργο αὐτὸ ἐκδόθηκε τὸ 1703 στὸ Βουκουρέστι μὲ ἔξοδα τοῦ ὁμογενοῦς ἄρχοντος Γεωργίου Ποστελνίκου, ὁ ὁποῖος τὸ διένειμε δωρεὰν στοὺς Ὀρθοδόξους. Περιλαμβάνει θεολογικὰ θέματα σχετικὰ μὲ τὴν Θεία Ευχαριστία καὶ τὴν ἀναμαρτισία τῆς Θεοτόκου, ποὺ πρέσβευαν οἱ παπικοί (ὁ Ευγένιος Βούλγαρις στὸ «Θεολογικόν» του παραπέμπει στὶς θέσεις αὐτὲς τοῦ Σεβαστοῦ). Μὲ τὸ ἔργο αὐτὸ καταρρίπτονται οἱ παπικὲς θέσεις, ἀλλὰ ταυτόχρονα (στὸ θέμα τῆς Θείας Εὐχαριστίας) καὶ οἱ προτεσταντικές, ἀποδεικνύοντας ὡς συκοφαντία, ἐκείνη τὴν παλαιὰ κατηγορία κατὰ τοῦ Σεβαστοῦ περὶ δήθεν καλβινισμοῦ. Ἡ διανομὴ τοῦ βιβλίου, σὲ μιὰ περίοδο ποὺ ἡ Ἐκκλησία βαλλόταν ἀπὸ τοὺς Οὐνίτες, εἴχε εὐεργετικὴ ἐπίδραση στοὺς Ὀρθοδόξους, τοὺς ὁποίους ὁ Διδάσκαλος Σεβαστὸς προέτρεπε «νὰ μὴν ἀπατηθοῦν ἀπὸ τὰς τοιαύτας συκοφαντίας καὶ ψευδολογίας τῶν τοιούτων ἀπατεώνων καὶ προβατοσχήμων λύκων».



Ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα κείμενά του, ἐπιστολὲς καὶ συγγράμματα (τὰ ὁποία εὐρίσκονται διασκορπισμένα σὲ βιβλιοθήκες διαφόρων χωρῶν) μνημονεύεται ἐνδεικτικὰ μόνο ἡ σύντομος πραγματεία «Περὶ διαφορᾶς θείας οὐσίας καὶ ἐνεργείας, κατὰ Λατίνων», ἡ ὁποῖα, σὺν Θεῷ, θὰ ἐκδοθεῖ σύντομα, μαζὶ μὲ ἄλλα ἄγνωστα ἀντιπαπικὰ κείμενα διαφόρων Διδασκάλων.

Ὁ Σεβαστὸς ἄφησε φήμη μεγάλου διδασκάλου καὶ θεολόγου καὶ πολλοὶ ἐκκλησιαστικοὶ ἄνδρες παραπέμπουν στὰ κείμενά του. Ὁ δὲ Καισάριος Δαπόντες χαρακτηρίζει «χρυσά» τὰ συγγράμματα τοῦ Σεβαστοῦ «καὶ τοῦ χρυσοῦ τιμιώτερα καὶ χρησιμώτερα» (Κ. Σάθα, Μεσαιωνικὴ Βιβλιοθήκη, τόμ. γ΄, Βενετία, 1872, σελ. 192). Ἡ συμβολή του στὸν ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Ἱερὸ Ἀγώνα, ὑπήρξε σημαντικὴ καὶ τὸ λιγότερο ποὺ μπορούσε νὰ γίνει γιὰ  αυτὸν ἦταν ἡ σύνταξη τοῦ παρὸντος ἄρθρου, ὥστε μέσα ἀπὸ αὐτὸ νὰ γίνει γνωστὸς καὶ σὲ ἄλλους ὁρθοδόξους συμπατριώτες μας. Ἂς εἶναι ἡ μνήμη του αἰωνία.  

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Ὁλίγα τινὰ περὶ ἐκκοσμικεύσεως (μέρος γ΄)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΕΔΩ

(Συνεχίζει ὁ ἁγιορείτης πατὴρ Σάββας) «Ἐν πολλοῖς παρατηρεῖται ὅτι τὸ κατηχητικὸ-κηρυγματικὸ ἔργο εἴτε ἀπουσιάζει τελείως, εἴτε γίνεται πλημμελῶς καὶ κάποτε ἀπὸ πρόσωπα ἀκατάλληλα. Νέοι ποὺ ἔχουν οἱ ἴδιοι ἀνάγκη ἀπὸ κατήχηση ἀναλαμβάνουν νὰ διδάξουν τὰ μικρὰ παιδιὰ στὰ κατηχητικὰ σχολεῖα ἢ στὶς ἐκκλησιαστικὲς Κατασκηνώσεις. Πρέπει νὰ τονιστεῖ ὅτι τὸ ἔργο αὐτὸ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν τῶν ποιμένων καὶ φωτισμένων στελεχῶν μὲ ἀποδεδειγμένη συνεπῆ χριστιανικὴ ζωή.
   Ἐπίσης παρατηρεῖται ἐν πολλοῖς ὁ αὐτοπεριορισμὸς τῶν Ποιμένων σὲ καθαρὰ λειτουργικὰ καθήκοντα, κάτι ποὺ βεβαίως ἀναπαύει πολὺ τοὺς ἀθέους πολιτικοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν τὴν ἀποχριστιάνιση τοῦ λαοῦ.
   Σὲ ἄλλες περιπτώσεις οἱ ποιμένες ἀναλώνονται σὲ οἰκοδομικὲς-διακοσμητικὲς δραστηριότητες ἐντὸς ἢ πέριξ τοῦ ναοῦ.
   Ἄλλοτε πάλι ἐκδαπανῶνται σὲ ἄλλες δευτερεύουσες καὶ ἀμφιλεγόμενης πνευματικῆς ὠφελείας δραστηριότητες, ὅπως διοργάνωση φροντιστηριακῶν μαθημάτων, ζωγραφικῆς, μουσικῆς, παραδοσιακῶν χορῶν, ποδοσφαιρικῶν-ἀθλητικῶν ὁμάδων, ἐκδρομῶν μὲ τουριστικό-κοσμικὸ χαρακτῆρα, θεατρικῶν παραστάσεων μὲ κοσμικὸ περιεχόμενο, χοροεσπερίδων, ἑορτῶν καὶ συνεστιάσεων μὲ κοσμικὲς προδιαγραφὲς γιὰ τὴν οἰκονομικὴ ἐνισχυση τοῦ ναοῦ, λαχειοφόρων ἀγορῶν, ἐράνων καὶ δισκοφοριῶν ἀκόμα καὶ κατὰ τὴν ἱερώτερη ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας κ.λ.π.
   Αὐτὰ ἐν πολλοῖς σκανδαλίζουν τὸ πιστὸ ποίμνιο ἐνῶ ἀποπροσανατολίζουν τοὺς λιγότερο πιστοὺς καὶ τοὺς ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴν αὐθεντικὴ χριστιανικὴ ζωή.
   Δὲν πρέπει νὰ λησμονεῖται ὅτι τὰ «φάρμακα» τῆς Ἐκκλησίας ποὺ θεραπεύουν ἀληθινὰ τὴν ἀνθρώπινη ὑπόσταση, σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων Πατέρων, εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ - Ἱερὸ Κήρυγμα καὶ τὰ Ἅγια Μυστήρια. Αὐτὰ πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦν συνεχῶς οἱ Ἅγιοι ποιμένες καὶ Πνευματικοὶ ἰατροὶ γιὰ νὰ ἐκπληρώνουν τὴν σωτηριώδη ἀποστολή τους.
   Τὸ ποίμνιο, ἀπὸ τὴν μεριά του, θὰ πρέπει νὰ ἐνθαρρύνει τοὺς ποιμένες του σ’ αὐτὴν τὴν κατεύθυνση τῆς ἐπιστροφῆς στὴν πρακτικὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων. Αὐτοὶ ἀναλώνονταν στὴν κατήχηση, τὸ κήρυγμα, τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ δευτερευόντως κάλυπταν τὶς βασικὲς βιοτικὲς ἀνάγκες τοῦ ποιμνίου των (τροφή, φροντίδα τῶν πτωχών)».

   Ἂς προχωρήσουμε στὴν σύντομη αὐτὴ προσέγγισι στὴν δεινοτάτη ἐκκοσμίκευσι παραθέτοντας μία σκέψι:
   Τὸ 1920 ἐξεδόθη ἐκείνη ἡ αἱρετικὴ ἐγκύκλιος ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ποὺ προωθοῦσε τὴν προσέγγισι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ τὶς αἱρέσεις τῆς Δύσεως. Τὸ 1923 συνεκλήθη τὸ παράνομο ἐκεῖνο Συνέδριο στὴν Κωνσταντινούπολη, ποὺ προωθοῦσε νεωτερισμοὺς, ὅπως τὴν ἀλλαγὴ ἡμερολογίου καὶ Πασχαλίου, τὴν κουρὰ τῆς κόμης καὶ τῶν γενείων καὶ τὴν ἀποβολὴ τῶν ράσων τῶν κληρικῶν, τὸν δεύτερο γάμο τῶν κληρικῶν, καὶ ἄλλα ποὺ οὐσιαστικῶς προωθούσαν μαζὶ μὲ τὸν οἰκουμενισμὸ καὶ αὐτὴν τὴν ἐκκοσμίκευσι.
   Εἶναι βεβαιωμένο ὅτι ἐκεῖνοι οἱ τραγικοὶ Κληρικοὶ ποὺ προωθούσαν αὐτοὺς τοὺς νεωτερισμοὺς εἶχαν πολλὲς ἐπαφὲς μὲ τὴν Δύσι, καὶ δὴ μὲ τὸν Νέο Κόσμο, τὴν Ἀμερικὴ, ὅπου τὸν πνεῦμα τῆς ἐκκοσμικεύσεως καὶ τῆς «Νέας Ἐποχῆς» ἤταν ἤδη ἐμφανὲς περὶ τὸ 1900. Βλέποντες αὐτὴν τὴν νέα κατάστασι καὶ προβλέποντες τὴν ἐξάπλωσί της παγκοσμίως (ἀφοῦ κάθε τὶ ποὺ προάγει τὴν ἄνεσι-καλοπέρασι καὶ τὴν ἄνευ ἀληθείας ψευδοαγάπη εἶναι καλοδεχούμενο ἀπὸ τοὺς ὀλιγοπίστους καὶ τοὺς ἀπίστους), ὑποκινούμενοι ἀπὸ τὸν διάβολο, ἐπεχείρησαν (καὶ τελικῶς ἐπέτυχαν σὲ μεγάλο βαθμὸ) νὰ εἰσάγουν σταδιακῶς τὸ νέο πνεῦμα καὶ στὴν Ἀνατολὴ, μὲ σκοπὸ νὰ «συγχρονισθῇ» ἡ Ἐκκλησία μὲ τὰ νέα δεδομένα. Καὶ φρονοῦμε ὅτι εἶχαν κατὰ νοῦ τους καὶ τὸ ἑξῆς: Ἐφρόντιζαν νὰ μὴ χάσουν ἀπὸ τὸ «ποίμνιό» τους τοὺς ἐκκοσμικευμένους-χλιαροὺς χριστιανοὺς (ποὺ ὅλο καὶ θὰ πλήθαιναν, κατὰ τὰ φαινόμενα), αὐτοὺς ποὺ θέλουν τὴν Ἐκκλησία «προοδευτικὴ» καὶ «σύγχρονη», δηλαδὴ στὰ μέτρα τους. Ὅσοι εἶναι μέλη πονηρῶν «ὀργανώσεων» καὶ «ἐπιχειρηματίες» ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας (ὅπως κάποιοι ἐκ τῶν πρωτεργατῶν τῶν ὡς ἄνω καινοτομιῶν) βλέπουν αὐτοὺς τοὺς «πιστοὺς» ὡς μέσον συντηρήσεως τῆς ἐξουσίας τους καὶ γενικῶς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ «ὀργανισμοῦ» τους (ὅπως αὐτοὶ θεωροῦν τὴν Ἐκκλησία). Βεβαίως, οὕτως ἡ ἄλλως, αὐτοὶ οἱ ἀνάξιοι καὶ ταλαίπωροι «Ποιμένες», ὅπως καὶ οἱ οἰκουμενιστὲς καὶ οἱ βολεμένοι γιὰ βιοποριστικοὺς λόγους στὴν Ἐκκλησία, ἐπεδίωκαν καὶ ἐπιδιώκουν τὴν ἐκκοσμίκευσι τοῦ ποιμνίου τους, ἀκριβῶς διότι αὐτὴ ἡ χαλαρὴ κατάστασι βολεύει καὶ τὴν δική τους ὀλιγοπιστία-χλιαρότητα, καθὼς εἶναι πολέμιοι τοῦ γνησίου ἡσυχαστικοῦ-ἀσκητικοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος. Καὶ μάλιστα οἱ πλέον ἀντίχριστοι ἐξ αὐτῶν, ἐπιθυμοῦν νὰ ὁδηγήσουν τὸ ποίμνιό τους ἀπευθείας στὸ στόμα τοῦ λύκου-διαβόλου.
   Ἂς παραθέσωμε ἕνα σχετικὸ παράδειγμα: Εἶναι γεγονὸς ὅτι στὴν ἐποχή μας σχεδὸν ὁλοκληρώθηκε ἡ χειραφέτησι τῶν γυναικῶν καὶ ἡ ἐξίσωσι ἀνδρῶν-γυναικῶν στὶς δυτικὲς κοινωνίες (τοῦτο δὲ ἐπεκτείνεται ὅλο καὶ περισσότερο στὶς ἀνατολικὲς τοιαύτες). Ἡ Ἐκκλησία μας δὲν πρεσβεύει τοιούτου εἴδους ἐξίσωσι. Ὁ ἄνδρας εἶναι «κεφαλὴ» τῆς γυναικός, ἀφοῦ ἡ γυνὴ ὀφείλει ὑπακοὴ σὲ αὐτόν (κατὰ τὰ ἁγιογραφικὰ καὶ ἁγιοπατερικὰ ρητά[1]), δίχως αὐτὸ νὰ σημαίνῃ ὅτι αὐτὸς δύναται νὰ εἶναι αὐταρχικός ἢ, πόσῳ μᾶλλον, σκληρός ἀπέναντί της, ἀφοῦ ὀφείλει νὰ τὴν ἀγαπᾷ καὶ νὰ τὴν σέβεται ὡς ψυχικῶς ἰσότιμη, καὶ νὰ ὑπολογίζῃ τὴν γνώμη της ἐν ταπεινώσει[2]. Ἂν καὶ ὁ ἄνδρας διαφέρει καὶ ὑπερέχει τῆς γυναικὸς κατὰ διαφόρους τρόπους[3], ἐννοεῖται ὅτι δὲν ὑφίσταται ἐπ’ οὐδενὶ στὴν Ἐκκλησία μας μισογυνισμός. Μὴ λησμονοῦμε ὅτι μία γυναῖκα, ἡ Παναγία μας, εὑρίσκεται ἀμέσως μετὰ τὴν Παναγία Τριάδα στὴν Οὐράνιο Ἱεραρχία. Πολλὲς δὲ ἅγιες γυναῖκες (ὅπως ἡ μεγαλομάρτυς Αἰκατερίνη) ἔχουν, ὡς φαίνεται ἀπὸ τοὺς βίους τους καὶ ἀπὸ τὴν τιμὴ ποὺ τοὺς ἀποδίδει ἡ Ἐκκλησία (ἀργία, μεγάλη δοξολογία κ.τ.τ.), μεγαλύτερη παρρησία στὸν Θεὸ ἀπὸ κάποιους ἁγίους ἄνδρες. Καὶ αὐτὸ τὸ χαιρόμαστε οἱ Ὀρθόδοξοι.
   Ἂς ἐπανέλθουμε: Τί εἴδαμε τὶς τελευταῖες δεκαετίες καὶ ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα; Ἐπετράπη στὶς γυναῖκες ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ ναοῦ νὰ βγοῦν ἀπὸ τὸν γυναικωνίτη, νὰ ἀνακατευτοῦν μὲ τοὺς ἄνδρες, νὰ ψάλλουν, καὶ μελλοντικῶς θὰ τὶς δοῦμε νὰ κηρύττουν καὶ νὰ χειροτονοῦνται ἱέρειες (ὅπως συζητεῖται ἤδη – στὸ δὲ Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας ἐχειροθετήθησαν ἐσχάτως διακόνισσες, καίτοι δίχως, γιὰ τὴν ὥρα, τελετουργικὰ καθήκοντα), ἐὰν δὲν μᾶς ἐλεήσῃ ὁ Θεὸς καὶ παύσῃ αὐτὸς ὁ κατήφορος. Καὶ αὐτὰ γιὰ νὰ μὴ μειωθῇ τὸ «ποίμνιο» (!;).

Ν. Β.
Συνεχίζεται... 

                              




[1] «Αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ὑποτάσσεσθε ὡς τῷ Κυρίῳ· ὅτι ἀνήρ ἐστι κεφαλὴ τῆς γυναικός, ὡς καὶ ὁ Χριστὸς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ αὐτός ἐστι σωτὴρ τοῦ σώματος. Ἀλλ’ ὥσπερ ἡ ἐκκλησία ὑποτάσσεται τῷ Χριστῷ, οὕτω καὶ αἱ γυναῖκες τοῖς ἀνδράσιν ἐν παντί. πλὴν καὶ ὑμεῖς οἱ καθ’ ἕνα ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα οὕτως ἀγαπάτω ὡς ἑαυτόν, ἡ δὲ γυνὴ ἵνα φοβῆται τὸν ἄνδρα» (Ἐπιστολὴ πρὸς Ἐφεσίους, ε, 22-24, 33). «Αἱ γυναῖκες ὑμῶν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις σιγάτωσαν· οὐ γὰρ ἐπιτέτραπται αὐταῖς λαλεῖν, ἀλλ’ ὑποτάσσεσθαι, καθὼς καὶ ὁ νόμος λέγει. Εἰ δέ τι μαθεῖν θέλουσιν, ἐν οἴκῳ τοὺς ἰδίους ἄνδρας ἐπερωτάτωσαν· αἰσχρὸν γάρ ἐστι γυναιξὶν ἐν ἐκκλησίᾳ λαλεῖν» (Ἐπιστολὴ Α΄ πρὸς Κορινθίους, ιδ΄, 34-35).
[2] «Νὰ σέβεσαι, σὺ γυναῖκα, πρτον τὸν Θεὸν κα μετ τν νδρα σου, ὁ ὁποῖος εναι ὀφθαλμὸς τς ζως σου κα υθμιστς τν σκέψεών σου [...] Νὰ κφράζῃς τὴν γνώμην σου, λλ νὰ ποφασίζη νδρας σου» (ἀπὸ ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου).
[3] (Ἀναφέρουμε ἐνδεικτικῶς) «Οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον· ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθὸν κατ᾿ αὐτόν» (Γεν. β´, 18), «οὐ γάρ ἐστιν ἀνὴρ ἐκ γυναικός, ἀλλὰ γυνὴ ἐξ ἀνδρός· καὶ γὰρ οὐκ ἐκτίσθη ἀνὴρ διὰ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ γυνὴ διὰ τὸν ἄνδρα» (Α´ Κορ. ια´, 8-9).