"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

Ἀπαντήσεις σὲ ἐρωτήματα ἀπὸ πιστοὺς τῆς Πολωνίας (Ἐπισκόπου Γαρδικίου κ. Κλήμεντος)



Ὁ Θεοφ. Ἐπίσκοπος Γαρδικίου Κλήμης ὡς Τοποτηρητὴς τῆς Ἱερᾶς Ἐπισκοπῆς Μοραβίας (Τσεχίας, Σλοβακίας, Πολωνίας) τῆς Ἐκκλησίας μας, παρεχώρησε τὴν κατωτέρω δεύτερη συνέντευξη σὲ πιστούς μας ἐκ Πολωνίας, οἱ ὁποῖοι θὰ δημοσιεύσουν αὐτὴν σὲ Ἱστοσελίδα, τὴν ὁποίαν διαχειρίζονται, στὴν πολωνικὴ γλῶσσα.

  1. Ποιός θὰ εἶναι ὁ ὀρθὸς τρόπος γιὰ ὑπέρβαση τῶν ἐπιπλοκῶν στὸν ἑορτασμὸ τῶν μεγάλων Ἑορτῶν τῆς Ἐκκλησίας σὲ μία χώρα ποὺ δὲν εἶναι Ὀρθόδοξη ἤ εἶναι ἄθεη;

Ἡ Ἐκκλησία καλεῖ τοὺς πιστούς της σὲ ἕναν βίο ἑορταστικό, μὲ συμμετοχὴ στὶς Ἑορτές της, στὸν ἑορτολογικό της κύκλο, γιὰ νὰ αἰσθανθοῦν τὴν θεία Παρουσία καὶ εὐλογία καὶ νὰ προγευθοῦν τὴν χαρὰ καὶ τὴν ἀτελείωτη ἑορτὴ τῶν Ἐσχάτων.
Τὸ νόημα τοῦ κόσμου εἶναι ἀκριβῶς νὰ βρεῖ τὴν ἔνταξή του σὲ αὐτὴ τὴν οὐρανο-γήϊνη χαρμόσυνη καὶ ἑορταστικὴ ἀτμόσφαιρα προσφορᾶς τῆς θείας ζωῆς, ἰδίως μέσα στὴν Θεία Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ζήσει τὴν ὄντως ζωὴ ὡς κοινωνία μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό, μὲ τὸν Πατέρα, διὰ τοῦ Υἱοῦ, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.
Κάθε πιστὸς ζεῖ ἑορταστικά, διότι στὴν Ἐκκλησία ἔχουμε κάθε ἡμέρα ἑορτή. Ἡ ζωὴ μεταμορφώνεται σὲ αὐτὸ τὸ ἑόρτιο κλῖμα, ἀπὸ τὴν πίστη καὶ αἴσθηση τῆς πανταχοῦ παρουσίας τοῦ Θεοῦ διὰ τῶν θείων Ἐνεργειῶν Του. Ὁ πιστὸς ὅ,τι ἐργασία ἤ δραστηριότητα καὶ ἄν κάνει, τὴν ἐπιτελεῖ μὲ εὐχαριστία καὶ δοξολογία Θεοῦ καὶ γενικὰ ζεῖ «ἐντέχνως», μὲ διάκριση, βαθύτερο περιεχόμενο καὶ ποιότητα.
Χωρὶς νὰ ἀγνοοῦμε τὶς δυσκολίες καὶ πιέσεις τῆς ζωῆς στὸν παρόντα κόσμο, ὅπως καὶ τὴν ἀπαιτούμενη ἄσκηση καὶ τὸν πνευματικὸ ἀγῶνα τοῦ πιστοῦ γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὰ πάθη του, γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἐσωτερικὴ κατάσταση τῶν ἀνθρώπων τῆς Ἐκκλησίας στὸν κόσμο τοῦτο τῆς φθορᾶς καὶ τῶν δοκιμασιῶν χαρακτηρίζεται καλύτερα μὲ τὸν ὅρο «χαρμολύπη». Χαρὰ γιὰ τὴν σωτηρία, ἡ ὁποία μᾶς προσφέρεται καθημερινὰ γιὰ βίωση, ἀλλὰ καὶ λύπη γιὰ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν κάθε μορφῆς ἀποτυχία, ποὺ μᾶς προσκαλεῖ σὲ διαρκῆ μετάνοια.
Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ μὲ λειτουργικὴ εὐσέβεια καὶ λειτουργικὴ συνείδηση ζοῦσαν ἀνέκαθεν αὐτὴ τὴν πραγματικότητα, ἀκόμη καὶ σὲ μὴ φιλικὰ περιβάλλοντα γιὰ τὴν πίστη τους ἤ ἀκόμη καὶ σὲ φανερῶς ἐχθρικά.
Πρέπει νὰ παραδεχθοῦμε ὅμως ὅτι σήμερα, ἀκόμη καὶ στὰ θεωρούμενα ὡς παραδοσιακὰ ὀρθόδοξα χριστιανικὰ κράτη, αὐτὸ ἐν πολλοῖς δὲν ἰσχύει πλέον. Οἱ ἄνθρωποι, λόγῳ τῆς ἐκκοσμικεύσεως καὶ τῆς ἐπικρατήσεως ἄλλων προτύπων καὶ μορφῶν ζωῆς καὶ ἄλλων κοσμοθεωριῶν, εἶναι σχεδὸν ἀκατήχητοι λειτουργικά, μὲ μεγάλα κενὰ στὴν γνώση ἀλλὰ καὶ στὴν διάθεση βιώσεως τῆς λειτουργικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.
Σὲ μία κοινωνία μάλιστα, ὅπου ἐπικρατεῖ λανθασμένη μορφὴ Χριστιανισμοῦ καὶ ὅπου ὁ Θεὸς εἶναι οὐσιαστικὰ ἀπών, ἡ δὲ ἱερότητα τῆς ζωῆς ἔχει λησμονηθεῖ ἤ περιφρονηθεῖ καὶ κυριαρχοῦν ὁ ἀνθρωποκεντρισμὸς ἤ καὶ ὁ ἀθεϊσμός, τὸ νὰ βιώσει κάποιος συνειδητὰ καὶ μὲ συνέπεια τὶς Ἑορτὲς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐξαιρετικὰ δύσκολο, ἀλλὰ ὄχι ἀδύνατο.
Ἀκόμη καὶ στὴν σύγχρονη κοινωνία τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ θεάματος καὶ τῆς ψηφιακῆς καὶ διαδικτυακῆς πραγματικότητος, δύναται νὰ ὑπάρξει καλλιέργεια λειτουργικῆς συνειδήσεως καὶ δυναμικὴ ἐπανεύρεση τοῦ νοήματος τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ὅπου ὑπάρχουν ἀληθινὲς Ἐνορίες καὶ ὁμάδες πιστῶν, μὲ Ποιμένες γεμάτους ζῆλο καὶ μὲ ζωντανὰ μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ ἀνακαινιστικὴ ζωὴ τῆς μετανοίας καὶ ἡ μυσταγωγία τῶν θείων Μυστηρίων προσφέρονται καὶ σήμερα σὲ ὅλους ὅσοι ἔχουν διάθεση καρδίας νὰ ἀκολουθήσουν τὴν στενὴ καὶ τεθλιμμένη, ἀλλὰ καὶ ἔνδοξη ὁδὸ τῆς ἀρετῆς καὶ σωτηρίας. Ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς ζητεῖ νὰ διατηρηθοῦμε «ἄσπιλοι» (βλ. Ἰακ. 1:27), δηλ. ἀμόλυντοι ἀπὸ τὸ κοσμικὸ φρόνημα καὶ πνεῦμα, μέσα σὲ μία γενεὰ διατελοῦσα ἐν πολλοῖς σὲ ἀποστασία ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὸ ἦθος της.
Ἡ μέθοδος προφυλάξεώς μας ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ἀνοικτότητός μας στὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν κατορθώνεται διαφορετικά, παρὰ μέσῳ τῆς προσευχῆς. Ἄν γνωρίζουμε νὰ διατηροῦμε ἕνα προσευχητικὸ πνεῦμα, ἄν ἡ θέρμη τῆς προσευχῆς παραμένει μέσα μας, παρὰ τὶς μεταπτώσεις μας, ἄν ἐπιμένουμε στὴν καλλιέργεια τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ μὲ ἐκδίωξη τῶν φαντασιῶν καὶ τῶν λογισμῶν, ποὺ μᾶς ἐνοχλοῦν συνήθως, τότε δὲν θὰ δυσκολευόμαστε νὰ ἑορτάζουμε τὶς Ἑορτὲς τῆς Ἐκκλησίας πνευματικῶς καὶ χαρμοσύνως, ὥστε νὰ ἀποτελοῦν σταθμούς ἀνεφοδιασμοῦ στὴν πορεία μας πρὸς Οὐρανόν.
Οἱ Ἑορτὲς βιώνονται λειτουργικὰ στὸν Ναὸ τοῦ Θεοῦ, στὴν Σύναξη τῆς Θείας Λειτουργίας, μὲ κέντρο τὸ Μυστήριο τῆς Ἀγάπης καὶ Θυσίας, τὴν Θεία Εὐχαριστία. Πρόκειται γιὰ Μυστήριο Ἀγάπης καὶ Ἑνώσεως μὲ τὸν Θεὸ καὶ μεταξύ μας. Στὸν βαθμὸ καθάρσεώς μας ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὰ πάθη καὶ μειώσεως ἤ καὶ ἐκδιώξεως τοῦ ἐγωϊσμοῦ μας, θὰ μᾶς δίδεται ἄνωθεν ἡ θεία δωρεὰ τῆς Ἑνότητος καὶ Ἀγάπης, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ἑορτάζουμε πνευματικῶς μὲ ψυχοσωματικὴ ἀνακαίνιση, παρὰ τὶς ὅποιες δυσκολίες ἀντιμετωπίζουμε στὴν ζωή μας, ἐξωτερικὲς καὶ ἐσωτερικές.
Ὁ λειτουργικὸς ἑορτασμὸς τῶν μεγάλων Ἑορτῶν τῆς Πίστεώς μας γνωρίζουμε ὅτι, χάριν διευκολύνσεως τῶν πιστῶν ὅταν αὐτὲς πίπτουν ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος σὲ ἡμέρα καθημερινὴ καὶ ἐργάσιμη, δύναται νὰ μετατεθεῖ κατὰ τὸ Σαββατοκύριακο ποὺ ἀκολουθεῖ, κάτι τὸ ὁποῖο συμβαίνει ἀπὸ δεκαετίες σὲ περιβάλλοντα ἰδίως ποὺ οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ ἀποτελοῦν ἐλάχιστη μειοψηφία, εἴτε νὰ τελεσθεῖ ὑπὸ τύπον Ἀγρυπνίας ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι ἐφικτό.

  1. Ποιές εἶναι οἱ ὁδηγίες τῶν Ἁγίων Πατέρων γιὰ τὶς σχέσεις μὲ ἄλλα μέλη τῆς οἰκογενείας ποὺ ἀνήκουν στὴν «ἐπίσημη Ἐκκλησία» ἤ στὸν Παπισμό; Γιὰ παράδειγμα, τί γίνεται στὶς περιπτώσεις συμμετοχῆς σὲ ἐκκλησιαστικὴ ἀκολουθία γάμου, οἰκογενειακῶν τραπεζιῶν σὲ Ἑόρτιες ἡμέρες τῆς Ἐκκλησίας, παροχῆς φιλοξενίας στὴν οἰκία οἰκουμενιστοῦ κληρικοῦ;

Ὁ Κύριός μας ἔχει βεβαιώσει στὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο καὶ τὰ ἑξῆς: «Δοκεῖτε ὅτι εἰρήνην παραγενόμην δοῦναι τῇ γῇ; οὐχί, λέγω ὑμῖν, ἀλλ’ ἤ διαμερισμόν. ἔσονται γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν πέντε ἐν οἴκῳ ἑνὶ διαμεμερισμένοι, τρεῖς ἐπὶ δυσὶ καὶ δύο ἐπὶ τρισί· διαμερισθήσονται πατὴρ ἐπὶ υἱῷ καὶ υἱὸς ἐπὶ πατρί, μήτηρ ἐπὶ θυγατρὶ καὶ θυγάτηρ ἐπὶ μητρί, πενθερὰ ἐπὶ τὴν νύμφην αὐτῆς καὶ νύμφη ἐπὶ τὴν πενθερὰν αὐτῆς» (Λουκ. 12:51-53).
Τὸ «πῦρ» τοῦ θείου ζήλου, τὸ ὁποῖο ἦλθε νὰ ἀνάψει στὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν του ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, τὸ ὁποῖο ὁδηγεῖ σὲ ἔργα αὐτοθυσίας καὶ ἀγάπης, προξενεῖ ἐπίσης καὶ μία ἀναπόφευκτη διαίρεση, ἐπιφέροντας μάλιστα διάσταση ἀκόμη καὶ ἐντὸς τῆς ἴδιας τῆς οἰκογένειας μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῆς. Ἡ προτεραιότητα τῆς ἀγάπης πρέπει ὡς γνωστὸν νὰ εἶναι γιὰ τὸν Θεό, καὶ μετὰ γιὰ ὅλους τοὺς ἄλλους. Μόνον ἐν Χριστῷ μποροῦμε νὰ ἀγαπήσουμε ἀληθινὰ καὶ πραγματικά. Ὅμως, ὅσοι δὲν ἀγαποῦν τὸν Θεὸ μὲ ὅμοιο τρόπο, ὀρθοδόξως καὶ ἀπὸ καρδίας, ἀναμένεται νὰ στρέφονται ἐναντίον τῶν ὑπολοίπων ποὺ κάνουν αὐτό, καὶ τοῦτο συμβαίνει ἐκτὸς τῶν ἄλλων διότι ἐλέγχονται ἀπὸ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τους.
Βέβαια, ἡ ὑποχρέωση ἀγάπης καὶ σεβασμοῦ γιὰ τὰ ἄλλα μέλη τῆς οἰκογένειας, ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ ἀντιφρονοῦντα, ἰσχύει πάντοτε καὶ μόνον ὅταν ἀπαιτοῦν πράγματα ποὺ εἶναι ἀντίθετα ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ ὑπάρχει ἄρνηση συμμορφώσεως, ἐφ’  ὅσον γνωρίζουμε ὅτι πρέπει τότε νὰ πειθαρχοῦμε στὸν Θεὸ μᾶλλον παρὰ στοὺς ἀνθρώπους (πρβλ. Πράξ. 5:29).
Στὸ πνεῦμα αὐτό, οἱ κοινωνικὲς ὑποχρεώσεις τῶν Ὀρθοδόξων μελῶν μιᾶς οἰκογένειας ἔναντι τῶν εὐχάριστων ἤ δυσάρεστων γεγονότων τῶν ὑπολοίπων μελῶν, ἤ γενικὰ τῶν συγγενικῶν καὶ φιλικῶν προσώπων, πρέπει νὰ τηροῦνται σὰν ἔκφραση τιμῆς καὶ συμπαθείας. Ὅμως, ἄν πρόκειται γιὰ ὑποχρέωση συμμετοχῆς σὲ λατρευτικὴ ἐκδήλωση σὲ χῶρο μὴ ἐπιτρεπόμενο σύμφωνα μὲ τοὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, τότε αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποφευχθεῖ. Ὡς ἕνα σημεῖο δὲν δυνάμεθα νὰ μὴν ἐπιδείξουμε κατανόηση καὶ συγκατάβαση. Γιὰ παράδειγμα, σὲ μία τέτοια περίπτωση δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφευχθεῖ κοινὸ γεῦμα, ἤ παροχὴ φιλοξενίας σὲ πρόσωπο μὲ τὸ ὁποῖο δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐπικοινωνία. Αὐτὸ ποὺ συνιστᾶται νὰ ἀποφευχθεῖ εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἐκκλησιαστικὴ καὶ λατρευτικὴ ἐπικοινωνία ἰδίως σὲ ἀλλότριο χῶρο λατρείας.
Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὰ Ὀρθόδοξα μέλη σὲ μιὰ οἰκογένεια ὀφείλουν νὰ δίδουν μαρτυρία Ἀληθείας μὲ τὸ παράδειγμά τους περισσότερο, μὲ κατανόηση, ἀγάπη καὶ ὑπομονή, παρὰ μὲ τὰ λόγια. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ προσωπικὴ προσευχὴ γιὰ τὰ μὴ ὀρθόδοξα μέλη πρέπει νὰ ἐκπηγάζει εἰλικρινὰ ἀπὸ καρδίας μήπως δώσει ὁ Κύριος ἐπίγνωση καὶ ἐπιστροφὴ στὸν πατρικὸ Οἶκο.
Ἡ διαφορὰ στὴν πίστη δὲν ἐμποδίζει κάθε ἄλλη ἀπὸ κοινοῦ δραστηριότητα τῆς ζωῆς σὲ πνεῦμα οἰκογενειακῆς ἀγάπης καὶ θαλπωρῆς. Σὲ κατηγορίες ἤ εἰρωνίες, τὰ Ὀρθόδοξα μέλη ὀφείλουν νὰ δεικνύουν ἀνωτερότητα καὶ νὰ μὴν ἀνταποδίδουν κακὸν ἀντὶ κακοῦ. Σὲ προκλήσεις γιὰ τὴν Ἀλήθεια τῆς Πίστεως χρειάζεται ἡ διάκριση γιὰ τὸ τὶ λέγουμε, πότε τὸ λέγουμε καὶ πῶς τὸ λέγουμε.
Νὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ διάκριση καὶ θὰ μᾶς καταπέμπει τὰ ἀναγκαῖα, ὅταν διατελοῦμε σὲ κατάσταση πνευματικῆς ἐγρηγόρσεως.

  1. Αὐτοὶ ποὺ ἑνώνονται στὴν Ἐκκλησία μας, εἴτε προερχόμενοι ἀπὸ τὴν «ἐπίσημη Ἐκκλησία» εἴτε ἀπὸ τὸν Παπισμὸ ἤ Προτεσταντισμό, ἀντιμετωπίζουν τὴν ὑποχρέωση νὰ τηρήσουν τοὺς Ὀρθόδοξους κανόνες νηστείας. Ποιά συμβουλὴ δίδετε, Θεοφιλέστατε, γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσετε στὴν ἐκπλήρωση τοῦ Χριστιανικοῦ αὐτοῦ καθήκοντος;

Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἰσχυρὰ βοηθήματα ποὺ μᾶς ἔχουν δοθεῖ γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ προοδεύσουμε στὴν ἐν Χριστῶ ζωὴ εἶναι ἡ νηστεία, διότι ἀποτελεῖ ὁδὸ καὶ μέσον γιὰ τὴν διευκόλυνση τῆς θεώσεως καὶ σωτηρίας τοῦ ὅλου ἀνθρώπου.
Γι’ αὐτὸ καὶ μόνον σοβαρὴ ἀσθένεια δύναται νὰ τὴν μετριάσει, μὲ ὑπόδειξη βεβαίως εὐλαβοῦς ἰατροῦ καὶ κατόπιν συμβουλῆς τοῦ Πνευματικοῦ πατρὸς ἑκάστου.
Ἡ νηστεία δὲν εἶναι μιὰ μορφὴ ἁπλῆς δίαιτας, γιὰ λόγους ὑγείας καὶ εὐεξίας τοῦ ὀργανισμοῦ, ἄν καὶ ἔχει καὶ αὐτὴ τὴν διάσταση. Οὔτε ἀποτελεῖ κάποιο ἠθικὸ ἐπίτευγμα, ἕνα μέσο κυριαρχίας ἐπὶ τῶν ἐνστίκτων, κάτι ποὺ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη μόνον θέληση καὶ προσπάθεια.
Ἡ νηστεία εἶναι κάτι βαθύτερο καὶ οὐσιαστικότερο. Ἀποτελεῖ μία ἔμπρακτη ἐκδήλωση μετανοίας, φανερώνει τὴν ὑπακοὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴν θεία Ἐντολή, ἐκφράζει τὴν ταπείνωση τοῦ πλάσματος, τὸ ὁποῖο ἀναγνωρίζει τὴν ἀνεπάρκειά του, ὥστε νὰ δεχθεῖ τὴν δωρεὰ τῆς Χάριτος καὶ νὰ μεταμορφωθεῖ ψυχοσωματικὰ σὲ ὕπαρξη ἀνοικτὴ στὴν θεία Ἐνέργεια.
Ἡ ἡμέρα ἤ ἡ περίοδος τῆς νηστείας εἶναι συνδεδεμένη ἀπαραιτήτως μὲ τὴν ἔνδειξη φιλανθρωπίας καὶ ἐλεημοσύνης πρὸς τὸν πλησίον, διότι διαφορετικὰ χάνει τὴν ἀξία καὶ δύναμή της.
Χωρὶς τὴν νηστεία δὲν ἔρχονται εὔκολα δάκρυα μετανοίας. Χωρὶς νηστεία καὶ ταπείνωση δὲν δύναται ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀνέλθει στὴν κλίμακα τῆς ὄντως ἱερᾶς προσευχῆς. Ἡ νηστεία δυνδεδεμένη μὲ τὴν προσευχὴ ἀποτελοῦν, σύμφωνα μὲ τὸν Κύριό μας (βλ. Ματθ. 17:21), τὸν τρόπο ἐκδιώξεως τῶν πονηρῶν πνευμάτων. Οἱ δαίμονες δὲν φοβοῦνται τὸν ἄνθρωπο ὅσο ἡ πίστη του εἶναι θεωρητικὴ καὶ ἀρκεῖται μόνον στὰ λόγια περὶ Θεοῦ καὶ σωτηρίας. Τρέμουν ὅμως καὶ φυγαδεύονται ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀρχίσει νὰ ἐφαρμόζει τὴν πίστη του στὴν πράξη καὶ ὅταν ἀποδύεται σὲ ἀγῶνα προσευχῆς καὶ νηστείας.
Ἡ νηστεία, σύμφωνα μὲ τὸν Μέγα Βασίλειο, ἔχει ἴδια ἡλικία μὲ τὴν ἀνθρωπότητα, διότι εἶναι ἡ ἐντολὴ ποὺ δόθηκε στοὺς Πρωτοπλάστους στὸν Παράδεισο. Ὅμως, αὐτοὶ δὲν τὴν ἐτήρησαν καὶ ἐξεβλήθησαν τοῦ Παραδείσου. Ἄν λοιπὸν ἐπιθυμοῦμε νὰ ἐπανέλθουμε εἰς αὐτόν, δὲν ἔχουμε ἄλλο τρόπο παρὰ διὰ μέσου τῆς νηστείας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν παρακάμψουμε.
Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ μεγάλος Ὅσιος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας τὸν ΙΘ’ αἰῶνα Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ τόνιζε, ὅτι ὅποιος δὲν νηστεύει, αὐτὸς δὲν εἶναι Χριστιανός!
Ὅσο δύσκολη κι ἄν φαίνεται ἡ νηστεία γιὰ κάποιον ποὺ συνήθισε νὰ εἶναι κρεατοφάγος καὶ γενικῶς νὰ καταλύει τροφὲς ἀρτύσιμες, μὲ τὴν θεία ἐνίσχυση καὶ βοήθεια, ὅταν τὴν ζητήσει εἰλικρινὰ καὶ ἀπὸ καρδίας, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀποφασιστικὴ προσπάθεια, ἡ ἐντολὴ αὐτὴ γίνεται ὄχι μόνον δυνατὴ καὶ ὠφέλιμη, ἀλλὰ καὶ εὔκολη καὶ εὐχάριστη.

  1. Ὑπάρχει ἕνα μεγάλο πρόβλημα στὴν Πολωνία μὲ τοὺς μικτοὺς γάμους· οἱ στατιστικὲς δείχνουν ὅτι στοὺς ἕνδεκα μικτοὺς γάμους, οἱ ὁποῖοι τελοῦνται στὴν «ἐπίσημη ἐκκλησία», μόνον μία οἰκογένεια δὲν καταλήγει νὰ μεταστραφεῖ στὸν Παπισμό. Τὶ πρέπει νὰ κάνει ἕνα μέλος μιᾶς τέτοιας οἰκογένειας, ὅταν αὐτὸς/αὐτὴ πεισθεῖ εἰλικρινὰ ὅτι πρέπει νὰ ἑνωθεῖ μὲ τοὺς Γνησίους Ὀρθοδόξους Χριστιανούς;

Τὸ πρόβλημα τῶν μικτῶν γάμων εἶναι πολὺ ἔντονο στὴν ἐποχή μας, ὄχι μόνο στὴν λεγόμενη διασπορά, ἀλλὰ καὶ στὰ παραδοσιακὰ ὀρθόδοξα χριστιανικὰ κράτη. Μόλις πρόσφατα ἄκουσα σὲ συνέντευξη ὑψηλοβάθμου κληρικοῦ, ὅτι στὴν Ἀμερική, στὴν ἐκεῖ ἑλληνικὴ ἀρχιεπισκοπὴ τοῦ Νέου Ἡμερολογίου (βαθύτατα οἰκουμενιστική), τὸ 85 % τῶν τελουμένων γάμων εἶναι μικτοί, ἤ ὅπως λέγονται στὴν ἐκεῖ ὁρολογία interfaith marriages.
Ὁ λεγόμενος μικτὸς γάμος ἑνὸς μέλους ποὺ ἀνήκει στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ ἕτερο μέλος ποὺ ἀνήκει σὲ κάποια αἵρεση, εἶναι ὡς γνωστὸν ἀπαγορευμένος ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας διὰ τοῦ 72ουἹεροῦ Κανόνος τῆς Ἁγίας Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Καὶ τοῦτο, διότι οἱ μὴ ἀνήκοντες στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ἔχουν μυστηριακὴ χάρη, καὶ μάλιστα τὸ ἅγιον Βάπτισμα. Ὁ Γάμος ἐπιτρέπεται μόνον κατόπιν μεταστροφῆς τοῦ ἑτεροδόξου μέλους στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ αὐτὴ ἡ μεταστροφὴ πρέπει νὰ εἶναι συνειδητή, καὶ ὄχι λόγῳ ἀνάγκης. Διότι, πῶς μποροῦν νὰ λάβουν κοινὴ εὐλογία καὶ νὰ μοιρασθοῦν τὰ πάντα στὴν ζωή τους ἀπὸ κοινοῦ, σὰν μία σάρκα, δύο ἄνθρωποι, ἕνας ἄνδρας καὶ μία γυναίκα, οἱ ὁποῖοι διαφωνοῦν στὸ πρῶτο καὶ κύριο, δηλαδὴ στὴν ὀρθὴ ἀντίληψη περὶ Θεοῦ καὶ αἰωνίου σωτηρίας; Πῶς μποροῦν νὰ συναφθοῦν σώματα, ὅταν ἀντιμάχονται οἱ ψυχές;
Στὴν ἐποχή μας, ἡ δῆθεν κατ’ οἰκονομίαν ἀποδοχὴ τῶν μικτῶν γάμων ἀπὸ τὶς Οἰκουμενιστικὲς κατ’ ὄνομα ὀρθόδοξες δικαιοδοσίες τοῦ Νέου ἤ τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου, στηρίζεται ἀκριβῶς στὸ ἐδῶ καὶ ἕναν περίπου αἰῶνα διαμορφωθὲν Οἰκουμενιστικὸ κλῖμα, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο δὲν γίνεται πλέον λόγος γιὰ αἱρετικοὺς ἤ σχισματικούς, ἀλλὰ γιὰ δῆθεν βαπτισμένους Χριστιανοὺς ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν. Μία ἀπὸ τὶς κακοδοξίες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι ὅτι διευρύνει τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας πέραν τῶν Κανονικῶν-Ὁμολογιακῶν, στὰ λεγόμενα βαπτισματικά, μὲ ἀναγνώριση κάθε εἴδους βαπτίσματος τὸ ὁποῖο τελεῖται στὸ Ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἀσχέτως ὑπάρξεως ὀρθῆς Πίστεως, μυστηριακῆς ὑποστάσεως, ἱερωσύνης, ἀλλὰ καὶ τρόπου καὶ τύπου τελέσεώς του. Καὶ τοῦτο διότι, σὺν τοῖς ἄλλοις, οἱ λεγόμενες ἐπίσημες ὀρθόδοξες ἐκκλησίες ἔχουν νοθεύσει τὸν τύπο τοῦ Βαπτίσματος, ἐκτὸς σπανίων ἐξαιρέσεων, κατ’ ἐπίδρασιν προφανῶς τῆς πρακτικῆς τῶν αἱρετικῶν.
Ἄν λοιπὸν ἕνα μέλος ζεύγους, τὸ ὁποῖο συνδέθηκε μὲ ἀντικανονικὸ μικτὸ γάμο, ἐπιθυμεῖ νὰ προσέλθει καὶ νὰ ἐνταχθεῖ στὴν Γνησία Ὀρθοδοξία, θὰ πρέπει νὰ ἐξετασθεῖ προσεκτικὰ ἡ περίπτωσή του ἀπὸ τὸν ἐντεταλμένο Πνευματικὸ πατέρα, ὁ ὁποῖος ἐπίσης θὰ πρέπει νὰ συμβουλευθεῖ τὸν Ἐπίσκοπό του, προκειμένου νὰ ὁρισθεῖ ἡ ἀπαιτούμενη διαδικασία ἐντάξεως. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν παρέχεται ἕνας γενικὸς τύπος, ἀλλὰ τὸ θέμα ρυθμίζεται κατὰ περίπτωσιν.

  1. Ποιὰ εἶναι ἡ ἄποψή σας γιὰ τὴν γλῶσσα ποὺ χρησιμοποιεῖται στὶς Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ ζήτημα τῶν μεταφράσεων τῶν λειτουργικῶν κειμένων στὶς σύγχρονες γλῶσσες;

Οἱ Ἅγιοι Κύριλλος καὶ Μεθόδιος μὲ τὴν ἐπινόηση τοῦ σλαβονικοῦ ἀλφαβήτου καὶ τὴν ὀργάνωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ λατρείας στὴν γλῶσσα τῶν γηγενῶν κατοίκων τῆς Μοραβίας κατὰ τὸν Θ’ αἰῶνα, γνωρίζουμε ὅτι ἀντιτάχθηκαν ἀποφασιστικὰ στὴν λανθασμένη θεώρηση ὅτι ὑπάρχουν δῆθεν ἱερὲς γλῶσσες καὶ ὅτι μόνο μέσῳ αὐτῶν λατρεύεται ὁ Θεός. Ὑποστήριξαν ὅτι κάθε λαὸς λατρεύει τὸν Θεὸ στὴν γλῶσσα του, ὅπως τονίζεται στὴν Ἁγία Γραφὴ (βλ. Ψαλμ. 95:1, Ψαλμ. 116, Μάρκ. 16:17, Φιλιπ. 2:11 κλπ.).
Τὸ θέμα τῆς γνώσεως καὶ κατανοήσεως τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ γενικὰ τοῦ λόγου τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο κάθε τόπου καὶ κάθε ἐποχῆς εἶναι πράγματι σημαντικό. Ὅμως, τὸ καθοριστικὸ ἐρώτημα δὲν εἶναι γιὰ τὴν ποιότητα τῆς μεταφράσεώς του στὴν μία ἤ τὴν ἄλλη σύγχρονη γλῶσσα, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἔννοια τῆς κατανοήσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς γλώσσας σύμφωνα μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀντίληψη.
Ἡ κατανόηση τῆς γλώσσας τῶν ἱερῶν κειμένων στὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι θέμα πρωτίστως γνωστικὸ καὶ ἐγκεφαλικό, ἀλλὰ βαθύτατα πνευματικό. Βεβαίως, γιὰ νὰ ἐπέλθει πνευματικὴ κατανόηση, εἶναι ἀνάγκη πρωτίστως νὰ ὑπάρξει γνωριμία μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ στὴν διδασκαλία, τὴν κατ’ ἰδίαν μελέτη καὶ τὴν χρήση του στὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴν Θεία Λειτουργία.
Ἡ ἐπίτευξη αὐτῶν τῶν σκοπῶν προϋποθέτει πράγματι τὴν μετάφραση τῶν ἱερῶν κειμένων στὴν γλῶσσα τῆς κάθε περιοχῆς, κατὰ τὸ παράδειγμα τῶν Ἁγίων Ἱεραποστόλων τῆς Πίστεώς μας. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἁπλὸ καὶ εὔκολο ἔργο, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐκπονεῖται μὲ τέτοιον τρόπο, ὥστε νὰ διασώζεται ἡ ἱερότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς γλώσσας. Ἡ χρησιμοποιούμενη γλῶσσα στὰ ἱερὰ Κείμενα ὀφείλει νὰ ξεχωρίζει ἀπὸ τὴν πεζὴ καὶ καθημερινή της ἐκδοχή, ὥστε νὰ ἀποτελεῖ μὲν τὴν καθομιλούμενη γλῶσσα τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ σὲ κάποιο ἀνώτερο καὶ ἱεροπρεπὲς ἐπίπεδο.
Ὅμως, τὸ πιὸ σπουδαῖο καὶ σημαντικὸ εἶναι ὅτι γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ πνευματικὴ καὶ ὄχι ἁπλῶς γνωστικὴ κατανόηση τῶν ἱερῶν Κειμένων, ἡ ἔμφαση πρέπει νὰ δοθεῖ ὄχι τόσο στὴν ἀπόκτηση ἐξωτερικῶν γνώσεων (ἄν καὶ ἡ ἀναγκαία λειτουργικὴ Κατήχηση δὲν δύναται νὰ παραβλεφθεῖ), ἀλλὰ στὴν ἐσωτερικὴ πνευματικὴ καλλιέργεια τῶν ἀποδεκτῶν-ἀκροατῶν, δηλαδὴ στὸ ἐπίπεδο καθάρσεώς τους ἀπὸ τὰ πάθη καὶ διανοίξεώς τους στὴν θεία Χάρη.
Γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ τοῦτο, ὁ πιστὸς ἄνθρωπος εἶναι ἀπαραίτητο νὰ μὴν εἶναι παράλληλα ἀνοικτὸς στὸν ἄμεσο ἐπηρεασμὸ τοῦ πονηροῦ διαβόλου, στὰ νοήματα καὶ τὶς πλεκτάνες του, στοὺς λογισμοὺς ποὺ ἐκεῖνος σπέρνει γιὰ νὰ τὸν ἀποπροσανατολίσει.  Εἶναι δηλαδὴ ἀνάγκη νὰ γνωρίζει κατὰ κάποιον τρόπο, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ ἐμπείρου Πνευματικοῦ πατρός, τὴν νηπτικὴ-ἡσυχαστικὴ μέθοδο ἀποδιώξεως τῶν κακῶν λογισμῶν καὶ προφυλάξεως τῆς καρδιᾶς του ἀπὸ ἐμπαθῆ νοήματα, προκειμένου νὰ διατηρεῖ καθαρὸ τὸ ἔσοπτρο (τὸν καθρέπτη) τῆς ψυχῆς του, ὥστε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ νὰ γίνεται κατανοητὸς μέσα του, ὄντως νὰ σπείρεται, νὰ προσλαμβάνεται καὶ νὰ ἀφομοιώνεται.
Αὐτὸ ποὺ προσλαμβάνουμε, ἡ θεία σπορά, χρειάζεται καλλιέργεια γιὰ νὰ δώσει καρπό, διότι δὲν πρόκειται γιὰ κάποια πρόχειρη καὶ εὔκολη διεργασία, ἀλλὰ γιὰ ἐπίπονη καὶ εὐαίσθητη. Γιὰ νὰ ριζώσει καὶ καρποφορήσει ἐντός μας ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ χρειάζεται ἐργασία εἰς βάθος μὲ ἀγῶνα καὶ προσευχή. Γιὰ νὰ παραμείνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μέσα μας καὶ γιὰ νὰ ἀποφέρει πλούσια καρποφορία, ἀπαιτεῖται ἡ μὴ προσκόλλησή μας στὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου τούτου, στὰ χρήματα, στὶς ἡδονές, στὸ κοσμικὸ φρόνημα, στὰ πάθη. Διότι ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐχθρικὰ καὶ ἀποξενώνουν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν δυνατότητα κατανοήσεως καὶ προσλήψεως τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ βεβαίως ἐφαρμογῆς του.
Μὲ προσοχὴ καὶ ἐπιμονὴ ὁ πιστὸς καὶ φρόνημος δοῦλος τοῦ Θεοῦ λαμβάνει τὴν χάρη μέσα στὴν ἁγία ἀτμόσφαιρα τῆς Ἐκκλησίας νὰ κατανοεῖ τὰ λεγόμενα καὶ τελούμενα καὶ νὰ αὐξάνει σὲ θεία γνώση καὶ αἴσθηση. Ἄρα, τὸ πρόβλημα μὴ κατανοήσεως τῆς γλώσσας τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἔγκειται στὴν καλὴ ἤ ὄχι μετάφραση στὴν σύγχρονη ἐκδοχὴ αὐτῆς κάθε τόπου καὶ περιοχῆς, ἀλλὰ ἑστιάζεται ἐντὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὡς πρὸς τὴν πνευματική του πρόοδο καὶ ἀντιληπτικότητα. Χρειάζεται βαθειὰ ἀλλαγὴ καὶ πνευματικὴ καλλιέργεια μέσα μας, γιὰ νὰ κατανοοῦμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, νὰ τὸν φυλάσσουμε καὶ νὰ τὸν τηροῦμε αἴσια καὶ καρποφόρα.

  1. Ὑπάρχουν μερικοί, οἱ ὁποῖοι -εἴτε ἀπὸ ἔλλειψη θάρρους εἴτε ἀπὸ μία λανθασμένη κατανόηση τῶν Ἁγίων Πατέρων- ἤ παραμένουν στὴν «ἐπίσημη Ἐκκλησία» ἤ ἁπλῶς δὲν μνημονεύουν (ἀποτειχίζονται) μετὰ τὴν λεγομένη Σύνοδο τῆς Κρήτης. Ἐντούτοις, δὲν ἀποφασίζουν νὰ ἑνωθοῦν μὲ τοὺς Γνησίους Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, διότι ὅταν ἦταν σὲ κοινωνία μὲ τὴν Οἰκουμενιστικὴ ἱεραρχία εἶχαν ἐμπειρία τῆς δράσεως τῆς θείας Χάριτος (γιὰ παράδειγμα, ὅταν ἐδέχοντο τὸ Βάπτισμα διὰ καταδύσεων σὲ περίπτωση μεταστροφῆς ἀπὸ τὸν Παπισμό). Πῶς βλέπετε, Θεοφιλέστατε, τὸ θέμα αὐτό;

Ὑπάρχουν πράγματι κάποιοι, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, οἱ ὁποῖοι μετὰ μάλιστα τὴν σύνοδο τῶν Οἰκουμενιστῶν στὴν Κρήτη τὸν Ἰούνιο τοῦ 2016, προβαίνουν στὴν ἀπόδειξη τῆς κακοδοξίας της, ἀλλὰ πιστεύουν ἐσφαλμένα ὅτι αὐτὸ δὲν ἐμποδίζει τὴν κοινωνία τους μὲ τοὺς κακοδόξους, στὴν προοπτικὴ ὅτι κάποτε στὸ μέλλον θὰ συγκληθεῖ ἄλλη δῆθεν ὀρθόδοξη σύνοδος, ἡ ὁποία θὰ διορθώσει τὶς λανθασμένες ἐκφράσεις κάποιων κειμένων τῆς συναθροίσεως στὴν Κρήτη. Αὐτὴ ἡ ἐπιλογὴ εἶναι ἀσυνεπὴς καὶ συνιστᾶ ἐν γνώσει κοινωνία μὲ τοὺς κακοδόξους, κάτι τὸ ἀπορριπτέο καὶ καταδικαστέο ἀπὸ τὴν Πατερικὴ Παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (βλ. Μ. Ἀθανάσιος, Μ. Βασίλειος, Ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης, Ἅγιος Μᾶρκος Ἐφέσου ὁ Εὐγενικὸς κλπ.).
Εἶναι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἁπλῶς διέκοψαν τὴν κοινωνία μὲ τοὺς Οἰκουμενιστὲς καὶ παραμένουν σὲ Ἀποτείχιση, μερικὴ ἤ ὁλική, ἀλλὰ δὲν δίνουν βαρύτητα στὸ Ἡμερολογιακὸ θέμα· αὐτοί, ἄν καὶ πεπεισμένοι Ἀντι-οικουμενιστές, ἀδυνατοῦν νὰ ἀναγνωρίσουν τὸ πασιφανές, ὅτι ἡ Ἡμερολογιακὴ Καινοτομία, ἡ ὁποία καταδικάσθηκε ἀπὸ Πανορθοδόξους Συνόδους τοῦ ΙΣΤ’ αἰῶνος, ἐφαρμόσθηκε τὸ 1924 ἀντικανονικῶς, μονομερῶς καὶ παρανόμως ἀπὸ μερικὲς τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, παρὰ τὴν ἀντίδραση τῶν λοιπῶν, εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν σκοπῶν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, σύμφωνα μὲ τὸ Διάγγελμα τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1920, πρὸς ἐπίτευξιν συνεορτασμοῦ μὲ τοὺς αἱρετικούς, ὥστε νὰ καταστεῖ ὁρατὴ ἡ δῆθεν ὑπάρχουσα ἀόρατη ἑνότητα μεταξύ τους.
Ἀλλὰ τὸ Ἡμερολογιακὸ θέμα εἶναι ἀδιάσπαστα συνδεδεμένο μὲ τὴν πρακτικὴ ἐφαρμογὴ τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἔγινε μὲ δική του ἔμπνευση, χάριν αὐτοῦ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαχωρισθεῖ καὶ νὰ θεωρηθεῖ ὡς θέμα ἐπουσιῶδες καὶ ἀδιάφορο. Ἡ κατανόηση αὐτῆς τῆς διαπιστώσεως εἶναι θέμα πληροφορίας ὄχι διανοητικῆς, ἀλλὰ καρδιακῆς· οἱ εἰλικρινεῖς καὶ ταπεινοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὄντως ἐραστὲς τῆς Ἀληθείας, πιστεύω ὅτι λαμβάνουν θεία πληροφορία καὶ προσεγγίζουν τὴν Ἐκκλησία μας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ἡ ὁποία διακρατεῖ τὴν «ὀρθὴν καὶ σωτήριον τῆς Πίστεως ὁμολογίαν» (Ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητὴς) μὲ ἐκκλησιολογικὴ πληρότητα καὶ καθολικότητα.
Ἐμεῖς γνωρίζουμε ἀσφαλῶς καὶ βεβαίως, ὅτι ὅπου ὑπάρχει ἡ Ὀρθόδοξη Πίστη στὴν ἀνόθευτη μορφή της, καὶ ἡ κανονικὴ βεβαίως ἀποστολικὴ διαδοχή, ἐκεῖ εἶναι καὶ ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Μυστηριακὴ πληρότητα καὶ μάλιστα ἡ Θεία Εὐχαριστία, δηλ. ὁ ὅλος καὶ ἀκέραιος Χριστός, μὲ τὸν ἄπειρο πλοῦτο τῶν θείων δωρεῶν Του καὶ τὴν ἄπειρη δύναμη καὶ ἀγαθότητά Του, ὥστε νὰ πραγματοποιεῖται ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ὁλοκληρωτικὴ ἕνωση μαζί Του.
Ὅπου ἡ Ὁμολογία τῆς Πίστεως ἀλλοιώνεται, ὅπως συμβαίνει μὲ τὴν κακοδοξία τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τότε πλήττονται ταυτοχρόνως καὶ ἡ ἐκκλησιαστικότητα καὶ ἡ μυστηριακὴ πληρότητα, διότι αὐτὰ εἶναι ἀλληλένδετα καὶ ἀδιαχώριστα. Ἡ ἔκπτωση ἀπὸ τὴν ἀποκαλυφθεῖσα Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, ὁδηγεῖ σὲ ἔκπτωση ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία (βλ. Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, Ἀναίρεσις γράμματος Ἰγνατίου, § 3).
Ἡ σωτηριώδης Χάρη, οἱ Ἄκτιστες Ἐνέργειες, παρέχονται μόνον στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία διατηρεῖ-διακρατεῖ τὴν πίστη ἀναλλοίωτη καὶ τὴν παράδοση ἀνόθευτη. Σωτηρία σημαίνει μετοχὴ στὶς θεῖες Ἐνέργειες, μὴ ἐκδηλούμενες ὅμως ὅπου ἐπικρατοῦν κακοδοξίες λόγῳ ὑπερηφανίας καὶ πλάνης τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν τηροῦν τὰ παραδεδομένα ὡς φύλακες, μὲ ὑπακοή, ταπείνωση καὶ ἀγάπη, ἀλλὰ στὸ ὄνομα μιᾶς ψευδοῦς ἀγάπης, χωρισμένης ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια, κατασκευάζουν δικές τους ἐπινοήσεις καὶ θεωρίες περὶ Ἐκκλησίας καὶ Σωτηρίας, ἀσύμφωνες καὶ ἀντίθετες πρὸς τὴν διαχρονικὴ πίστη τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Ἐλέους καὶ τῆς Προνοίας Του γιὰ ὅλη τὴν κτίση, καλεῖ στὴν σωτηρία ἐντὸς τοῦ Μοναδικοῦ Σώματός Του «πάντας ἀνθρώπους». Κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς φθάνουν στὴν ἐπίγνωση τῆς Ἀληθείας σταδιακά, καὶ μάλιστα σὲ καιρὸ οἰκουμενικῆς συγχύσεως σὰν τὸν δικό μας. Ἡ ἔκτακτη δράση τῆς θείας Χάριτος σὲ χώρους ἀμφιβόλους καὶ πάσχοντας -ἄν μή τι ἄλλο γιὰ τὴν ἀνοχὴ ἤ κοινωνία τους μὲ τοὺς φιλαιρετικοὺς ἤ αἱρετικοὺς- ὅταν αὐτὸ συμβαίνει, σκοπὸ ἔχει προφανῶς κατὰ τρόπο φωτιστικό, νὰ ὁδηγήσει τοὺς ἀποδέκτες Αὐτῆς ὄχι σὲ μία ἐπανάπαυση, ὅτι ἔφθασαν στὸ πλήρωμα τῆς Ἀληθείας, ἀλλὰ σὲ μία βαθύτερη κατανόηση καὶ μία περαιτέρω ὤθηση, ὥστε νὰ εἰσέλθουν ἐκεῖ ὅπου Αὐτὴ ὁμολογεῖται καὶ τηρεῖται ἐπακριβῶς λόγῳ καὶ ἔργῳ.
Ἡ ἀποκάλυψη τῆς θείας Ἀληθείας στοὺς δεκτικοὺς αὐτῆς δὲν γίνεται βέβαια μὲ τρόπο ἐξαναγκαστικό, ἀλλὰ θεοπρεπῆ καὶ παρακλητικό, γιὰ προσάρτησή τους στὴν ὄντως Ὀρθοδοξία, σὰν σὲ ἀσφαλὲς λιμάνι σωτηρίας στὸ πέλαγος τοῦ παρόντος βίου, μὲ δυνατότητα τέλειας γνώσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ μετοχῆς στὶς θεοποιὲς Ἐνέργειές Του.
Εἴθε τοῦτο νὰ συμβεῖ μὲ κάθε καλοπροαίρετο καὶ εἰλικρινῆ ἐρευνητὴ καὶ ἀναζητητὴ τῆς θείας Ἀληθείας καὶ Σωτηρίας, οἱ δὲ Ὀρθόδοξοι νὰ διατηρηθοῦμε ἐν τῇ Χάριτι καὶ νὰ αὐξηθοῦμε ἐν Αὐτῇ!

ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΩΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΕΔΩ

Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

Τεθολωμένα καὶ δηλητηριώδη ὕδατα (Περὶ ψυχολογίας) Μέρος Η΄

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΕΔΩ)

Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ[1]
«…ἡ γνῶσι, ἡ ὁποία ἀναζητεῖ τὸ κατ’ εἰκόνα στὴν ἔξω σοφία
 εἶναι ψευδογνωσία»
«…Αὐτὴ εἶναι παιδεία καὶ γνῶσις ἀληθινή, στῆς ὁποίας οὔτε τὴν ἀρχὴ (δηλαδὴ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ) δὲν μπορεῖ νὰ προχωρήσῃ κανεὶς ἂν κατέχεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη τῆς ματαίας φιλοσοφίας καὶ περιτυλίσσεται καὶ συστρέφεται στὶς στροφὲς καὶ θεωρίες αὐτῆς».

   «Ἐρώτησις πρώτη πρὸς ἅγιο Γρηγόριο: Ἄκουσα μερικοὺς[2] νὰ λέγουν ὅτι πρέπει καὶ οἱ μοναχοὶ νὰ ἐπιδιώκουν τὴν ἐξωτερικὴ σοφία, διότι χωρὶς αὐτὴν δὲν εἶναι δυνατὸν, λέγουν, νὰ ἀπαλλαγῇ κανεὶς ἀπὸ τὴν ἄγνοια καὶ τὶς ψευδεῖς θεωρίες, ἀκόμη καὶ ἂν φθάσῃ στὴν τελεία ἀπάθεια, οὔτε νὰ ἐγγίσῃ τελειότητα καὶ ἁγιότητα, ἐὰν δὲν συγκεντρώσῃ ἀπὸ παντοῦ τὶς γνώσεις, καὶ μάλιστα ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ φιλοσοφία· διότι καὶ αὐτὴ δῶρο τοῦ Θεοῦ εἶναι, καθὼς ἰσχυρίζονται, ὅμοιο μάλιστα μὲ τὰ δι’ ἀποκαλύψεως προφητικὰ καὶ ἀποστολικὰ λόγια, καὶ δι’ αὐτῆς (τῆς ἔξωθεν - ἑλληνικῆς φιλοσοφίας) προκαλεῖται στὴν ψυχὴ γνῶσι τῶν ὄντων [...] καὶ ποδηγετεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν γνῶσι τοῦ Θεοῦ [...] Ὅταν λοιπὸν ἄκουσα νὲ λέγουν αὐτά, δὲν ἐπείσθην, ἐφ’ ὅσον ἡ μικρά μου πεῖρα στὴν μοναχικὴ πολιτεία μοῦ ἀπέδειξε ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο [...] Αὐτοὶ δέ, προβάλλουν καὶ ἕνα ὑψηλότερο λόγο. Λέγουν ὅτι «δὲν εἶναι ἁπλῶς ὅτι πολυεξετάζουμε τὰ μυστήρια τῆς φύσεως καὶ καταμετροῦμε τὸν κύκλο τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἐρευνοῦμε τὶς ἀντιπαρατασσόμενες κινήσεις τῶν ἄστρων, καταγράφουμε τὶς συζυγίες καὶ ἀποστάσεις καὶ ἀνατολές τούτων καὶ τὰ συμβαίνοντα ἐξ αὐτῶν καὶ καυχώμεθα γιὰ αὐτά, ἀλλὰ ἐπειδὴ οἱ λόγοι ποὺ συμβαίνουν ὅλα αὐτὰ εὑρίσκονται στὸν θεῖο καὶ πρῶτο καὶ δημιουργικὸ νοῦ (στὸν Θεό), καὶ ἐπειδὴ οἱ εἰκόνες ἐκείνων τῶν λόγων (ποὺ εὑρίσκονται στὸν δημιουργικὸ νοῦ) ἐνυπάρχουν στὴν δική μας ψυχή, ἀγωνιζόμαστε νὰ τοὺς γνωρίσουμε καλῶς μὲ διαιρετικές, συλλογικὲς καὶ ἀναλυτικὲς μεθόδους, ἀπαλλάσσοντας ἑαυτοὺς ἀπὸ τὴν ἄγνοια, καὶ ἀποκτώντας τὴν δυνατότητα νὰ γίνουμε ὅμοιοι μὲ τὸν Θεό (νὰ φθάσουμε στὸ καθ’ ὁμοίωσι)[3]. Σὲ παρακαλῶ, πάτερ, δίδαξέ μου τοὺς λόγους τῆς ἀληθείας.
   Καὶ ἀπαντᾷ ὁ ἅγιος:
[...] Οἱ στηριζόμενοι σὲ λογικὲς ἀποδείξεις (τῆς ἔξω σοφίας) ὁπωσδήποτε θὰ ἀνατραποῦν, ἔστω καὶ ἂν ὄχι τώρα ἀπὸ σένα. Λέγει ἕνα ρητό: «κάθε λόγος παλεύει μὲ ἕνα ἄλλο λόγο»[4]. [...] Οἱ Ἕλληνες φιλόσοφοι καὶ οἱ μαθητές τους ἀνέτρεπαν συνεχῶς ὁ ἕνας τὸν ἄλλον μὲ ἀνωτέρα, φαινομενικῶς, ἀπόδειξι (σ.σ. ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει μὲ τὶς θεωρίες τῆς Ψυχολογίας, οἱ ὁποῖες μάλιστα ἔχουν τὶς ρίζες τους καὶ σὲ φιλοσοφικοὺς στοχασμοὺς ἀρχαίων Ἑλλήνων). Ἀφοῦ λοιπὸν εἰπῇς αὐτὰ πρὸς ἐκείνους, ποὺ διαρκῶς προσέχουν και ἐπιδιώκουν γνῶσι ἀπὸ τὴν ἔξω παιδεία καὶ τὴν ἐγκωμιάζουν τόσο πολὺ, νομίζω ὅτι θὰ τοὺς ἀπαντήσῃς καταλλήλως ἐὰν τοὺς εἰπῇς: «δὲν ἐξασφαλίζετε στοὺς ἑαυτούς σας γνῶσι, ἀγαπητοί, ἀλλὰ  ἐπὶ πλέον ἀγνωσία» [...] Οἱ ἐπιδιώκοντες τὴν γνῶσι ἀπὸ τοὺς ἔξω σοφοὺς τοῦ κόσμου ἀποκτοῦν ἐπὶ πλέον ἀγνωσία παρὰ γνῶσι [...] Τὸ νὰ πιστεύῃ κανεὶς ὄτι κατώρθωσε νὰ ἀνακαλύψῃ-ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους στὸν δημιουργικὸ νοῦ (στὸν Θεό) εἶναι μεγάλο σφάλμα· «τίς γὰρ ἔγνω νοῦν Κυρίου;», λέγει ὁ ἀπόστολος. Ἐὰν, λοιπόν, δὲν δύναται νὰ εὕρῃ τοὺς λόγους τούτους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοήσῃ οὔτε τὶς ἐντὸς τῆς ψυχῆς μας εἰκόνες τῶν λόγων αὐτῶν μὲ τὴν βοήθεια τῆς ἔξω σοφίας. Ἑπομένως, ἡ γνῶσι ἡ ὁποία ἀναζητεῖ τὸ κατ’ εἰκόνα στὴν ἔξω σοφία εἶναι ψευδογνωσία. Ὄχι, λοιπόν· ἡ ψυχὴ ἡ ὁποία ἔχει αὐτὴν τὴν ψευδογνωσία [...] δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγηθῇ πρὸς τὴν ἀλήθεια. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο εἶναι ματαία καὶ ἡ καύχησι γιὰ τὴν ἔξω σοφία. Ἂς ἀκούσουν τὸν ἀπόστολο Παῦλο ὁ ὁποῖος καλεῖ «σαρκικὴ σοφία» τὴν θύραθεν-ἐξωτερικὴ τοιαύτη καὶ «νοῦν σαρκός» καὶ γνῶσι ἡ ὁποία φυσιοῖ, δηλαδὴ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο σὲ ἀλαζονία-ἔπαρσι-ὑπερηφάνεια. Ἑπομένως, πῶς ἡ σαρκικὴ σοφία θὰ παράσχῃ τὸ κατ’ εἰκόνα στὴν ψυχή; [...] Ἡ σοφία τῆς σαρκὸς δὲν θὰ καταστήσῃ (σ.σ. ὄντως καὶ κατὰ Θεὸν) σοφὴ τὴν διάνοια. Καὶ πράγματι, ἀρχὴ τῆς σοφίας εἶναι ἡ γνῶσι τῆς Σοφίας· πρέπει νὰ προτιμηθῇ ἀπὸ τὴν γηίνη καὶ ἀνωφελῆ (ἀπὸ τὴν ἔξωθεν σοφία) ἡ οὐρανία καὶ μεγαλωφελὴς (ἡ ἁγιοπνευματικὴ σοφία), ποὺ ὁδηγεῖ, μόνη αὐτή, στὸ καθ’ ὁμοίωσι (μὲ ἄλλες λέξεις: πρέπει νὰ προτιμηθῇ η ἁγιοπνευματικὴ σοφία, ποὺ εἶναι οὐράνια, μᾶς ὠφελεῖ πολὺ καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὸ καθ’ ὁμοίωσι, ἀπὸ τὴν ἔξωθεν, ποὺ εἶναι ἐγκόσμια καὶ ἀνωφελής). [...] Χωρὶς καθαρότητα, ἀκόμη καὶ ἂν μάθῃς τὴν φυσικὴ φιλοσοφία ἀπὸ τοῦ Ἀδὰμ μέχρι τῆς συντελείας, θὰ εἶσαι μᾶλλον μωρὸς παρὰ σοφός. Χωρὶς ἐκείνην δέ, ἀφοῦ καθαρθῇς καὶ ἀπαλλάξῃς τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὰ πονηρὰ ἤθη καὶ δόγματα, θὰ ἀποκτήσῃς τὴν σοφία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία νικᾷ τὸν κόσμο. [...] Ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ καὶ νὰ ἴδῃ ὁ ἄνθρωπος τὸ κατ’ εἰκόνα ἀπὸ τὴν ἔξω παιδεία, σὰν αὐτὴ νὰ καθιστᾷ καλύτερους τοὺς χαρακτῆρες καὶ νὰ ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τὴν ψυχὴ τὸ σκότος τῆς ἀγνοίας, οἱ κατὰ τὰ ἑλληνικὰ πρότυπα σοφοὶ θὰ ἦσαν θεοειδέστεροι καὶ θεοπτικώτεροι ἀπὸ τοὺς δικαίους καὶ προφῆτες τῆς Π.Δ., οἱ περισσότεροι τῶν ὁποίων ἐκλήθησαν στὸ ἀξίωμα ἀπὸ τὸν ἀγροικικὸ βίο (σ.σ. ἦσαν, θὰ λέγαμε, ὀλιγογράμματοι). Ὁ δὲ Ἰωάννης Πρόδρομος, ἡ τελευταία κορωνὶς τῶν προφητῶν, δὲν ζοῦσε ἀπὸ νεαρᾶς ἡλικίας στὴν ἔρημο; [...] Ποῦ ὑπάρχουν στὴν ἔρημο σχολεῖα τῆς ματαίας ἔξω σοφίας; (Ἂς ἀφήσω τὸν Τίμιο Πρόδρομο καὶ ἂς μιλήσω γιὰ αυτὸν τὸν Δεσπότη Χριστὸ) Γιατὶ δὲν εἶπε ἂν θέλῃς νὰ εἶσαι τέλειος, νὰ ἐπιδοθῇς στὴν ἔξω παιδεία, νὰ σπεύσῃς νὰ παρακολουθήσῃς τὰ μαθήματα καὶ νὰ ἀποκτήσῃς τὴν ἐπιστήμη τῶν ὄντων, ἀλλὰ εἶπε σὲ ἐκεῖνον τὸν νεανία νὰ πωλήσῃ τὰ ὑπάρχοντά του, νὰ τὰ μοιράσῃ  στοὺς πτωχούς, νὰ ἄρῃ τὸν σταυρὸν καὶ νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ; Ἐνῷ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐνηνθρώπησε καὶ ἔγινε γιὰ ἐμᾶς σοφία ἀπὸ Θεοῦ [...], αὐτοὶ ἔχουν ἀνάγκη ὰπὸ τεχνητὸ-ἐπισκευαστό (μὴ γνήσιο - ἀκατάλληλο) φυτίλι, δηλαδὴ τὴν ἔξω γνῶσι ποὺ αὐτοὶ φρονοῦν ὅτι ὁδηγεῖ στὴν θεογνωσία, καὶ παραινοῦν καὶ ἄλλους α΄. νὰ ἀφήσουν τήν, κατὰ τὰ ἡσυχαστικὰ πρότυπα, κάθαρσι τῶν ἑαυτῶν τους διὰ τῆς ἐπιστασίας-προσοχῆς τῶν λογισμῶν τους καὶ τὴν ἐντρύφησι στὸν Θεὸ καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ διὰ ἀδιαλείπτου προσευχῆς, καὶ β΄. νὰ καταγηράσουν ματαίως καθήμενοι δίπλα σὲ λύχνο ποὺ καπνίζει καὶ δὲν φέγγει ὅπως πρέπει (σ.σ. εἶναι δηλαδὴ ἀκατάλληλος γιὰ φωτισμό, ἀφοῦ δὲν ἔχει τὸ γνήσιο φυτίλι)».
   [...] Ὁ πονηρὸς διάβολος, ποὺ ἐπιθυμεῖ πάντοτε νὰ μᾶς ἀποσπᾷ ἀπὸ τὰ ἀνώτερα... θέλει νὰ ἀσχολούμεθα σὲ ὅλο τὸν βίο μας[5] μὲ τὴν ἔξωθεν γνῶσι, ὥστε νὰ μὴ μπορέσουμε νὰ ἐπιδοθοῦμε μὲ ἀφοσίωσι στὴν κατὰ Θεὸν παιδεία, ποὺ καθαρίζει τὴν ψυχή μας, τῆς ὁποίας ἀρχὴ εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ αὐτὸν δέ, γεννᾶται ἡ συνεχὴς κατανυκτικὴ δέησι πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἡ φύλαξι τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν. Ὅταν δι’ αὐτῶν πραγματοποιηθῇ καταλλαγὴ πρὸς τὸν Θεό, ὁ φόβος μεταβάλλεται σὲ ἀγάπη καὶ ἡ ὀδύνη τῆς προσευχῆς, ἀφοῦ μετατραπεῖ σὲ τέρψι, δηλαδὴ κατὰ Θεὸν εὐχαρίστησι, ἀνατέλλει τὸ ἄνθος τοῦ φωτισμοῦ. Σὰν ὀσμὴ δὲ αὐτοῦ τοῦ ἄνθους τοῦ φωτισμοῦ, ποὺ διαδίδεται σὲ αὐτὸν ποὺ τὴν φέρει, εἶναι ἡ γνῶσις τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ[6]. Αὐτὴ εἶναι παιδεία καὶ γνῶσις ἀληθινή, στῆς ὁποίας οὔτε τὴν ἀρχὴ (δηλαδὴ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ) δὲν μπορεῖ νὰ προχωρήσῃ κανείς ἂν κατέχεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη τῆς ματαίας φιλοσοφίας καὶ περιτυλίσσεται καὶ συστρέφεται στὶς στροφὲς καὶ θεωρίες αὐτῆς. [...]
   Ὁ μέγας Βασίλειος, γράφοντας πρὸς τὸν Εὐστάθιο Σεβαστείας, θρηνεῖ καὶ τὴν ἰδική του ζωή, ὅση διήνυσε ἀφιερώνοντας τὴν σκέψι του στὴν μελέτη τῶν μαθημάτων τῆς ἔξω παιδείας. «Ἐγώ, λέγει, ἀφοῦ ἐδαπάνησα πολὺ χρόνο στὴν ματαιότητα καὶ ἀφάνισα ὅλη σχεδὸν τὴν νεότητά μου στὴν ματαιοπονία, τὴν ὁποία ἐπαρουσίαζα ἐπιδιδόμενος στὴν παρακολούθησι τῶν μαθημάτων τῆς ὑπὸ τοῦ Θεοῦ μωρανθείσης σοφίας, μόλις κάποτε σὰν νὰ ἐξύπνησα ἀπὸ βαθὺ ὕπνο, ἀντελήφθην τὸ ἄχρηστον τῆς σοφίας τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος οἱ ὁποῖοι καταργοῦνται, ἔκλαυσα πολὺ γιὰ τὴν ἐλεεινή μου ζωή καὶ εὐχόμουν νὰ μοῦ δοθῇ κάποια καθοδήγησι»[7]. Ἄκουσες ποιοὶ εἶναι οἱ χαρακτηρισμοὶ τῆς παιδείας καὶ τῆς γνώσεως, τὴν ὁποία σπεύδουν μερικοὶ νὰ ἐξάρουν τώρα; Κατονομάζεται ματαιότης, ματαιοπονία, σοφία μωρανθεῖσα, σοφία καταργουμένη, σοφία τοῦ αἰῶνος τούτου καὶ τῶν ἀρχόντων αὐτοῦ, σοφία ἀφανιστικὴ-καταστρεπτικὴ τῆς κατὰ Θεὸν ζωῆς καὶ πολιτείας».      

   Ἐδῶ θὰ σταματήσουμε τὴν παράθεσι τῶν θέσεων τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ἐπὶ τοῦ ζητήματος, διότι εἶναι πάμπολλες, παρακαλοῦντες τοὺς ἀγαπητοὺς ἀναγνῶστες νὰ ἀναζητήσουν καὶ μελετήσουν τὰ ἐπίλοιπα τοῦ λόγου του. Ὁ λόγος αὐτὸς («ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων») τυγχάνει καταλληλότατος γιὰ τὴν κατανόησι τῆς νηπτικῆς-ἡσυχαστικῆς-θεραπευτικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ τὴν ἀναμφίλεκτη ἀνωτερότητά της ἔναντι τῆς κοσμικῆς-ἔξωθεν γνώσεως, ἡ ὁποία (ἔξωθεν γνῶσι), κατὰ τὸν ἅγιο, «ἐξασφαλίζει ἐπὶ πλέον ἀγνωσία», σὲ αὐτοὺς ποὺ ἐπιδιώκουν μέσῳ αὐτῆς (τῆς ἔξωθεν γνώσεως) τὴν ἀπόκτησι τῆς ἀληθινῆς γνώσεως, παιδείας καὶ σοφίας. Τονίζουμε ἰδιαιτέρως τὴν θέσι τοῦ Ἁγίου: «ἡ γνῶσι ἡ ὁποία ἀναζητεῖ τὸ κατ’ εἰκόνα ἀπὸ τὴν ἔξω σοφία εἶναι ψευδογνωσία», καὶ τὴν τονίζουμε ἐπειδὴ ἀφορᾷ στὴν ἀνθρωπολογία[8] καὶ ἑπομένως στὴν σύγχρονη Ψυχολογία, ἡ ὁποία ἀκριβῶς ἔχει ἐσφαλμένη ἀνθρωπολογία, καὶ ἕνεκα τούτου ἀποτυγχάνει καὶ νὰ περιγράψῃ καὶ νὰ θεραπεύσῃ ἐπιτυχῶς τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο.     
Συνεχίζεται…



[1] Ἀκολουθοῦν ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸν λόγο του «Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων», ἁπλοποιημένα στὴν δημοτικὴ καὶ ὀλίγο παραφρασμένα. Ἡ παράφρασι αὐτὴ ἔγινε πρὸς καλλιτέρα κατανόησι τοῦ κειμένου. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι παρακαλοῦνται νὰ προστρέξουν στὸ πρωτότυπο καὶ τὶς καλὲς μεταφράσεις, καὶ ἐὰν ἔχουν νὰ παρατηρήσουν κάτι προβληματικὸ στὴν δική μας ἀπόδοσι-παράφρασι, νὰ μᾶς ἐνημερώσουν, ὥστε νὰ προβοῦμε στὶς ἀπαραίτητες διορθώσεις. Τὴν ἀλήθεια προσπαθοῦμε νὰ ὑπηρετοῦμε καὶ νὰ διδάσκουμε, σὺν Θεῷ καὶ μὲ τὶς εὐχὲς τοὺ πνευματικοῦ μας. Ἂς συγχωρήσῃ ὁ Θεὸς τὶς ἀτέλειές μας· εὐχόμαστε δὲ νὰ βρεθοῦν οἱ ὄντως ἄξιοι, ποὺ θὰ ἀσχοληθοῦν σοβαρώτερα μὲ αὐτὸ τὸ κορυφαῖο σωτηριολογικὸ ζήτημα.
[2] Ἐννοεῖ τὸν αἱρετικὸ Βαρλαὰμ καὶ τοὺς ἀκολούθους του βαρλααμῖτες (15ος αἰών). «Ὁ βαρλααμισμός εἶναι ἕνα συγκεκριμένο ρεῦμα, τό ὁποῖο προηγήθηκε τοῦ Βαρλαάμ καί ἀκολούθησε μετά ἀπό αὐτόν. Στήν πραγματικότητα εἶναι ἡ θεωρία καί ἡ πράξη τοῦ σχολαστικισμοῦ, πού ἀναπτύχθηκε ἀπό τόν 11ο αἰώνα στόν δυτικό χῶρο καί ἀπέβη ἡ κύρια ἔκφραση τῆς λατινικῆς θεολογίας. Γιά πρώτη φορά οἱ ὀρθόδοξοι ἀνατολικοί γνώρισαν τήν κίνηση αὐτή στό πρόσωπο τοῦ Βαρλαάμ. Ἡ πλειονότητα ἀπό αὐτούς (σ.σ. τοὺς ἀνατολικούς), μέ ὑπέρμαχο τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, τόν ἀντιμετώπισαν ἐπιτυχῶς (σ.σ. τὸν βαρλααμισμό)…» (Ναυπάκτου Ἱεροθεος, ἄρθρο «Βαρλααμισμός», διαδικτυακὴ ἀνάρτησι).
[3] Λέγει ὁ Ναυπάκτου Ἱερόθεος: «Στίς ἀπόψεις αὐτές βλέπει κανείς τήν ἀρχαία πλατωνική παράδοση, τήν κλασσική μεταφυσική, τήν σχολαστική θεολογία, σύμφωνα μέ τήν ὁποία στήν γνώση τοῦ Θεοῦ ἔχει προτεραιότητα ἡ λογική μέ τούς συλλογισμούς της καί ἡ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό διά τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων. Ἐδῶ βλέπει κανείς τήν πλατωνική μέθοδο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, πού δέν ἐπιτυγχάνεται μέ τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς καί τόν φωτισμό τοῦ νοῦ, ἀλλά μέ τήν γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων.
   Οἱ διά μέσου τῶν αἰώνων βαρλααμιστές καί βαρλααμίζοντες δέν ἀποδέχονται στήν πράξη τόν ἡσυχασμό, τήν ἱερά μέθοδο τῆς ὀρθοδόξου ἡσυχίας, γιατί προφανῶς διακρίνονται ἀπό τίς φιλοσοφικές ἀρχές, δίνουν μεγάλη σημασία στίς λογικές ἀναλύσεις καί τούς διαλεκτικούς συλλογισμούς καί στοχασμούς» (ἄρθρο «Βαρλααμισμός», διαδικτυακὴ ἀνάρτησι). Μήπως, λοιπόν, πατέρες καὶ ἀδελφοί, ἐγκαταλείπουμε καὶ ἐμεῖς τὸν σωτηριώδη ἡσυχασμό, καὶ καταβιβάζουμε ἑαυτοὺς ἐπικινδύνως σὲ ἐκκοσμικευμένες θεωρήσεις καὶ πρακτικὲς διὰ τῶν ξένων πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία φιλοσοφικῶν ἢ/καὶ ἀναπόδεικτων ἢ/καὶ ἀντιχριστιανιακῶν ἢ/καὶ διεστραμμένων ἀναλύσεων καὶ στοχασμῶν τῆς Ψυχολογίας;
[4] Πρβλ. «Δύο λόγους εἶναι περὶ παντὸς πράγματος ἀντικειμένους ἀλλήλοις» («Θεαίτητος» Πλάτωνος, Ἀπολογία Πρωταγόρου, βλ. Διογένης Λαέρτιος, Βίοι καὶ γνῶμαι τῶν ἐν φιλοσοφίᾳ εὐδοκιμησάντων, «Η ζωή και οι διδασκαλίες των διάσημων φιλοσόφων», IX, 51).
[5] Ἐδῶ ἐπισημαίνεται ὁ κίνδυνος τῆς ἀποκλειστικῆς ἢ τῆς ἄμετρης ἐνασχολήσεως μὲ τὰ τῆς ἔξωθεν παιδείας, ποὺ ὑποκινεῖται ἀπὸ αὐτὸν τὸν διάβολο. Λέγει στὸν ἴδιο λόγο ὁ ἅγιος Γρηγόριος: «Τὸ νὰ παραμένῃ κανεὶς ἀφωσιωμένος σὲ αὐτά (τὰ τῆς κοσμικῆς παιδείας) μέχρι γήρατος εἶναι πονηρόν. Εἶναι δὲ ἀγαθόν, ὅταν, ἀφοῦ γυμνασθῇ μὲ αὐτὰ μὲ μέτρον, μεταφέρῃ τὸν ἀγῶνα πρὸς τὰ πολὺ ἀνώτερα καὶ μονιμώτερα» (Ε.Π.Ε., Γρηγορίου Παλαμᾶ, τόμος 54, σελ. 72). Ὅμως, ὡς πρὸς τὴν σύγχρονη Ψυχολογία, ποιὸς θὰ μποροῦσε νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι εἶναι καλὸν νὰ γυμνασθοῦμε μὲ αὐτὴν μὲ μέτρον, γνωστοῦ ὄντος ὅτι περιέχει ἄφθονες δηλητηριώδεις θέσεις καὶ γνῶμες, καὶ δεδομένου ὅτι εἴμεθα ἐμπαθεῖς καὶ ἀδιάκριτοι; Ἐξάλλου, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀναφέρεται σὲ ἔξωθεν-ἐξωεκκλησιαστικὰ συστήματα καὶ μεθόδους (τοῦ τύπου τῆς συγχρόνου Ψυχολογίας καὶ Ψυχοθεραπείας), τὰ ὁποῖα ἔχουν στόχο τὴν θεραπεία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου· «θεραπεία» μάλιστα, ἡ ὁποία ἔχει διαφορετικὸ νόημα καὶ ἐπιτυγχάνεται μὲ διαφορετικοὺς τρόπους ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ  προσφέρει ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
[6] Ἐδῶ περιγράφεται τὸ τρίπτυχο τῆς πνευματικῆς ἀναβάσεως: Κάθαρσις-φωτισμός-θέωσις.
[7] Ἐπιστολὴ 223, 2, PG 32, 824 ΑΒ.
   Ἐδῶ ὁ Μέγας Βασίλειος ἀναφέρει ὅτι μετεμελήθη ποὺ ἐπεδόθη κατὰ τὴν νεότητά του στὴν ἐκμάθησι τῆς ἔξω σοφίας καὶ χαρακτηρίζει ὡς ματαιότητα τὸν χρόνο ποὺ ἀφιέρωσε σὲ αὐτήν. Πιστεύουμε ὅτι τὰ λέγει αὐτά, ὄχι διότι ἡ ἔξωθεν παιδεία δὲν παρέχει οὐδεμία ὠφέλεια στὸν ἄνθρωπο (ἂς θυμηθοῦμε τὸν λόγο τοῦ Ἁγίου «πρὸς τοὺς Νέους», ποὺ περιγράφει τὸ πῶς μποροῦν οἱ νέοι νὰ ὠφεληθοῦν ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ γράμματα), ἀλλὰ διότι ἀδυνατεῖ νὰ ὁδηγήσῃ τὸν ἄνθρωπο στὴν Ἀλήθεια, τὴν πραγματικὴ θεογνωσία καὶ ἀνθρωπογνωσία, καὶ ὡς ἐκ τούτου, ἐὰν κανεὶς τὴν ἐμπιστεύεται, ὁδηγεῖται σὲ αἱρέσεις, πλάνες καὶ ἐν γένει ἀστοχίες, ποὺ τοῦ ἀφαιροῦν τὴν δυνατότητα νὰ καθάρῃ τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδία του καὶ νὰ σωθῇ. Καί, γιὰ νὰ ἐπικεντρωθοῦμε στὸ θέμα μας, στὰ ὡς ἄνω ἀκριβῶς συνίσταται ὁ κίνδυνος, ὅταν ἐμπιστεύεται κανεὶς τὴν σύγχρονη Ψυχολογία.
   Πρέπει νὰ σημειωθῇ, ἀκόμη, ὅτι ὁ Μέγας Πατήρ, ὅπως παραδέχεται παρακάτω στὴν ἰδία ἐπιστολή του (223η), κατὰ τὴν περίοδο ποὺ ἐσπούδαζε καὶ ἐπεδίδετο στὴν ἐκμάθησι τῆς ἔξω σοφίας, δὲν ἦτο ὅσο προσεκτικὸς καὶ προσευχόμενος θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι, καθώς, ὅπως γράφει ὁ ἴδιος, τὸ ἦθος του εἶχε κάπως διαστραφῆ ἀπὸ τὶς συναναστροφές του μὲ τοὺς φαύλους καὶ ἔτσι, ὅταν «ἐξύπνησε ἀπὸ τὸν βαθὺ ὕπνο» καὶ κατενόησε τὴν κατωτερότητα καὶ ματαιότητα τῆς ἔξωθεν γνώσεως-σοφίας (στὴν ὁποία εἶχε ἐπιδοθῇ μὲ ὑπερβάλλοντα ζῆλο), ἀρχίζοντας τὴν μελέτη τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου κατεπιάσθη μὲ ἐπιμέλεια νὰ διορθωθῇ. Αὐτὰ ἂς τὰ προσέξουν, ἐπίσης, καὶ οἱ σημερινοὶ νέοι, ποὺ σπουδάζουν, ἀλλὰ καὶ οἱ γονεῖς τους, ἐὰν ἐνδιαφέρωνται γιὰ τὴν ψυχή τους.       
[8] «Τί, λοιπόν, διδάσκει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία περί τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου (σ.σ. ποιὰ εἶναι, δηλαδή, ἡ ὀρθόδοξος ἀνθρωπολογία); Σέ γενικές γραμμές, διδάσκει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι μόνο σῶμα, ἀλλά εἶναι σῶμα μέ ψυχή αὐθυπόστατη. Ἡ αὐθυπόστατη ψυχή στόν ἄνθρωπο εἶναι καί αὐτή κτίσμα τοῦ Θεοῦ, ἀποτέλεσμα τοῦ ‘ἐμφυσήματος’ τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο, μυστήριο κατά τήν οὐσία της, κατά Χάριν ἀθάνατη, καί εἶναι ἐκείνη πού ζωοποιεῖ τό σῶμα. Ἡ ἀθάνατη ψυχή τοῦ ἀνθρώπου 'κτίζεται', δημιουργεῖται ἀπό τόν Θεό, ἀρρήτως καί ἀγνώστως, κατά τήν σύλληψη τοῦ ἀνθρώπου. Κατά τόν βιολογικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, χωρίζει ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα, τό σῶμα πεθαίνει, ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, ζεῖ, ἐπειδή ἡ ψυχή του ζεῖ καί μετά τόν βιολογικό θάνατο τοῦ σώματος. Ζεῖ μετά τόν βιολογικό του θάνατο ὁ ἄνθρωπος, μόνο κατά τήν ψυχή, περιμένοντας τήν Κοινή Ἀνάστασι τῶν σωμάτων, γιά νά ξαναπάρη τό σῶμα του, καί νά ξαναγίνη πλήρης ἄνθρωπος» (Δαμασκηνοῦ μοναχοῦ Ἁγιορείτου, ἐκ τοῦ πονήματός του «Ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία καὶ Ἐπιστήμη», διαδικτυακὴ ἀνάρτησι). Πατέρες καὶ ἀδελφοί, ποιοὶ ψυχολόγοι ἀποδέχονται αὐτὴν τὴν ἀνθρωπολογία;

Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης: Δέν κατεδίκασαν οι Ορθόδοξοι Προκαθήμενοι στην Μόσχα τη «Σύνοδο» του Κολυμπαρίου

Обраћање Његове Светости Патријарха српског г. Иринеја  учесницима Архијерејског Сабора Московске Патријаршије
Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
Ὁμότιμος Καθηγητὴς Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
1. Παραπληροφόρηση καὶ παραπλάνηση ἀπὸ ἀνακριβὲς δημοσίευμα
Σημαντικὸ γεγονὸς γιὰ τὶς διορθόδοξες σχέσεις ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξωνπρὸς τοὺς ἑτεροδόξους – αἱρετικοὺς ἦταν  σύγκληση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆςἘκκλησίας τῆς Ρωσίας ἀπὸ 29 Νοεμβρίου – 2 Δεκεμβρίου στὴ Μόσχα

Ἡ Ἱεραρχία συνεκλήθη καὶ ἐργάσθηκε στὰ πλαίσια τῶν ἑορτασμῶν γιὰ τὴ συμπλήρωση ἑκατονταετίας ἀπὸ τὴν ἐπανίδρυση τοῦ πατριαρχείου τῆς Ρωσίας τὸ 1917, ἡ ὁποία ἔγινε ἀπὸ κληρικολαϊκὴ τοπικὴ σύνοδο, μετὰ τὴν ἔναρξη τῆς Ὀκτωβριανῆς Ἐπανάστασης. Ἡ ἴδια κληρικολαϊκὴ σύνοδος ἐξέλεξε στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Μόσχας τὸν Ἅγιο Τύχωνα, ἐνῶ συγχρόνως ἄρχιζαν οἱ ἀπηνεῖς διωγμοὶ τῶν ἀθέων Κομμουνιστῶν ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι συμπεριέλαβαν καὶ τὸν ἐκλεγέντα ὡς πρῶτο πατριάρχη Ἅγιο Τύχωνα, διαμαρτυρόμενο γιὰ τὸ καταστροφικὸ ἔργο τῶν Μπολσεβίκων.
Ἦταν ἐκκλησιολογικὰ ὀρθὴ πράξη ἡ ἐπανίδρυση τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας καὶ ἐξέφραζε τὴν πανορθόδοξη συνείδηση, ἡ ὁποία ἄλλωστε εἶχε ὁδηγήσει στὴν ὕψωση τῆς πρώην μητροπόλεως Μόσχας στὴν τάξη τῶν πατριαρχείων τὸ 1589. Αὐθαίρετη καὶ ἀντικανονικὴ ἦταν ἡ κατάργηση τοῦ πατριαρχείου ἀπὸ τὸν φιλόδοξο καὶ δυτικόπληκτο Μ. Πέτρο (1721), ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ ἐξουδετερώσει τὴν ἰσχύ τοῦ πατριάρχου μὲ μία πολυμελῆ σύνοδο καὶ νὰ ὑποτάξει τὴν Ἐκκλησία στὴν Πολιτεία καισαροπαπικά, ὅπως ἔπραξαν καὶ οἱ Βαυαροὶ τοῦ Ὄθωνα μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἀκόμη δὲν ἔχει πρῶτο ἱεράρχη, ἀλλὰ διοικεῖται ἀπὸ τὴν Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο.
Δικαιολογημένα λοιπὸν ἡ σύγχρονη Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας ἑόρτασε τὴν ἑκα-τονταετία (1917-2017) ἀπὸ τὴν ἐπανίδρυση τοῦ Πατριαρχείου, μολονότι αὐτὴ συν-δέθηκε μὲ τὴν ἔναρξη τῆς μεγάλης περιόδου διωγμῶν ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία πάλι μὲ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ ἀποδείχθηκε περίοδος δόξας καὶ μεγαλείου, γιατὶ ἀνέδειξε πλῆθος νεομαρτύρων καὶ ὁμολογητῶν, πρῶτος μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι ὁ Ἅγιος Τύχων. Δικαιολογημένα ἐπίσης προσεκλήθησαν οἱ Προκαθήμενοι ὅλων τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὥστε νὰ συμμετάσχουν στὴν χαρὰ τῆς ἀδελφῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας γιὰ τὴν ἐπανίδρυση τοῦ Πατριαρχείου καὶ γιὰ τὴν νέα λαμπρὴ περίοδο τῆς ἀναγέννησης καὶ ἐνδυνάμωσης τῆς Ὀρθοδοξίας μετὰ ἀπὸ τοὺς σκληροὺς διωγμοὺς τοῦ 20οῦ αἰώνα. Κορυφώθηκαν μάλιστα οἱ ἐκδηλώ-σεις στὶς 4 Δεκεμβρίου 2017 στὴ Μόσχα μὲ Θεία Λειτουργία στὴν ὁποία ἔλαβαν μέρος ὅλοι οἱ Προκαθήμενοι τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν (μὲ ἀντιπροσώπους οἱ πατριάρχες Βουλγαρίας καὶ Γεωργίας), ὅλοι ἐκτὸς ἀπὸ τὸν πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖο καὶ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Ἱερώνυμο, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔστειλαν οὔτε ἐκπρόσωπό τους[1]. Ἐμεῖς δὲν θὰ ἀσχοληθοῦμε γιὰ τοὺς λόγους τῆς ἀπουσίας τῶν δύο καὶ ἂν ἔπραξαν σωστὰ ἤ ὄχι, καὶ γιὰ τὸ ποιός βγῆκε τελικὰ κερδισμένος ἀπὸ αὐτὴν τὴν σύναξη, ἡ Κωνσταντινούπολη ἤ ἡ Μόσχα. Σχετικὲς ἐκτιμήσεις μπορεῖ κανεὶς νὰ διαβάσει στὸ ἐνδιαφέ-ρον ἄρθρο τοῦ ἔγκριτου δημοσιογράφου κ. Γιώργου Παπαθανασόπουλου μὲ τίτλο «Πάντες πλὴν Φαναρίου καὶ Ἀθηνῶν», ποὺ δημοσιεύθηκε σὲ πολλοὺς ἱστοχώρους (11 Δεκεμβρίου 2017). Στὸ παρὸν ἄρθρο θὰ ἐπιχειρήσουμε νὰ διαλύσουμε μία σοβαρὴ παρεξήγηση -  παραπληροφόρηση ποὺ πέρασε σὲ μέρος τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος, πὼς δῆθεν στὴ Μόσχα «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας παρόντων τῶν Προκαθημένων τριῶν πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων καὶ σχεδὸν ὅλων τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ἀπέρριψε τὰς ἀποφάσεις (τοῦ Κολυμβαρίου) καὶ ἐχαρακτήρισε τοὺς μὴ Ὀρθοδόξους “χριστιανικὰς ὁμολογίας”»[2]Γράφεται ἐπίσης ὅτι «Ἐτέθη ταφόπλαξ!»[3] εἰς τὸ Κολυμβάρι, ἐννοώντας ὅτι μὲ τὴν παρουσία καὶ συμφωνία τῶν προκαθημένων ἐτάφη τὸ Κολυμβάρι. Αὐτὸ τὸ λέγει στὴ συνέχεια, σαφέστερα, καὶ βέβαια ἀναληθῶς καὶ ἀνακριβῶς, τὸ δημοσίευμα τοῦ ἀνωνύμου συγγραφέως, μειώνοντας τὴν μέχρι πρό τινος γνωστὴ ἀξιοπιστία τοῦ «Ὀρθοδόξου Τύπου». Γράφει: «Τελικῶς ἠθελημένως ἤ ἀσυνειδήτως ἡ Ρωσία διέσωσε τὸ κῦρος τῆς Ὀρθοδοξίας θέτουσα τὴν τελεσίδικον σφραγῖδα εἰς τὸ Κολυμβάριον, τὸ ὁποῖον ἐπισήμως ἀπερρίφθη ὄχι μόνον ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι μόνον ἀπὸ τὰς Ἐκκλησίας Ρωσίας, Σερβίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς παρισταμένους Προκαθημένους ὅλων τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν. Μεγάλην νίκην κατήγαγον ὅλοι ὅσοι ἠγωνίσθησαν ἀπὸ κάθε μετερίζι, διὰ νὰ καταδικασθῆ ἡ ὑποτιθέμενη “Σύνοδος” ποὺ διήρεσε τοὺς Ὀρθοδόξους. Ὁ νέος ὁρίζων ποὺ διανοίγεται ἐνώπιόν μας, εἶναι ἡ ἐνημέρωσις τῶν πιστῶν διὰ τὴν οἰκουμενιστικὴν θεολογίαν, ἡ ὁποία ἔχει ἀλλοιώσει τὸ φρόνημα τῶν Ὀρθοδόξων. Εἰς αὐτὸ ὀφείλομεν ἀπὸ κοινοῦ νὰ συγκροτήσωμεν ἑνιαῖον ἀδιάσπαστον μέτωπον»[4].
Μακάρι νὰ ἦσαν ἔτσι τὰ πράγματα. Θὰ ἐπανηγύριζαν ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ γι᾽ αὐτὴν τὴν πανορθόδοξη καταδίκη τῆς ψευδοσυνόδου, ποὺ ἐνομιμοποίησε τὸν Οἰκουμενισμό, καὶ θὰ εἴχαμε μία ἄλλη ἑορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Δυστυχῶς δὲν εἶναι ἔτσι, καὶ ἀποροῦμε γιὰ ποιό λόγο ἐπιχειρήθηκε ἀπὸ τὸ σοβαρὸ καὶ ἀγωνιστικὸ αὐτὸ ἔντυπο, ποὺ τὸ ἐμπιστευόμασταν ὅλοι καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ τὸ ἐμπιστεύονται πολλοί, αὐτὴ ἡ παραπληροφόρηση καὶ παραπλάνηση. Ἐνθουσια-σμένοι μᾶς τηλεφωνοῦσαν πολλοί Ὀρθόδοξοι ἀδελφοί, γιὰ νὰ μᾶς ἀνακοινώσουν τὸ εὐχάριστο νέο τῆς πανορθόδοξης καταδίκης τοῦ Κολυμπαρίου καὶ νὰ συγχαροῦν γιατὶ δικαιώθηκαν οἱ ἀγῶνες μας, οἱ ὁποῖοι βέβαια τώρα δὲν ἔχει νόημα νὰ συνεχίζονται. Καὶ ὅταν τοὺς ρωτοῦσα πότε καὶ πῶς ἔγινε αὐτό, ὅλοι μὲ παρέπεμπαν στὸ ἀναληθὲς καὶ ἀνακριβὲς δημοσίευμα τοῦ «Ὀρθοδόξου Τύπου».
Ἡ ἀποκατάσταση τῆς ἀλήθειας λοιπὸν καὶ ἡ συνέχιση τοῦ ἀγῶνος γιὰ τὴν πανορθόδοξη ἀπόρριψη τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης, ἔναντι τοῦ ἐφησυχασμοῦ καὶ τοῦ στρουθοκαμηλισμοῦ ποὺ εἰσηγεῖται τὸ ἐν λόγῳ δημοσίευμα, εἶναι ὁ βασι-κὸς λόγος συγγραφῆς τοῦ παρόντος ἄρθρου, παρὰ τὴν στενοχώρια ποὺ αἰσθάνο-μαι, γιατὶ δὲν θὰ ἤθελα ποτέ, νὰ ἀντιπαρατεθῶ πρὸς τὸ καταξιωμένο αὐτὸ ἔντυ-πο, τὸ ὁποῖο ἐχαρακτήρισα παλαιότερα ὡς «ναυαρχίδα τῆς Ὀρθοδοξίας», καὶ πρὸς τὸ ὁποῖο ἐξακολουθῶ νὰ τρέφω ἀγάπη καὶ σεβασμό. Ἀλλὰ «φίλος μὲν Πλά-των, φιλτάτη δὲ ἡ ἀλήθεια», κατὰ τοὺς ἀρχαίους σοφούς, κατὰ δὲ τὴν θεόπνευστη ἁγιογραφικὴ διδασκαλία πρέπει νὰ γνωρίζουμε τὴν ἀλήθεια, γιατὶ ἡ ἀλήθεια ἐ-λευθερώνει, καὶ πρέπει ἡ ἀγάπη νὰ εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὴν ἀλήθεια, νὰ«ἀγα-πῶμεν ἐν ἀληθείᾳ», «ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ», διότι χωρὶς τὴν ἀλήθεια ἡ ἀγάπη εἶ-ναι ψευτοαγάπη καὶ ἀπάτη[5]. Αὐτὸς εἶναι ἄλλωστε καὶ ὁ βασικὸς σωτηριολογικὸς λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς πρέπει νὰ ὑποδεικνύουμε τὴν αἵρεση καὶ τὴν πλάνη, ἂν τοὺς ἀγαπᾶμε ἀληθινά, γιατὶ ἀλλιῶς δὲν τοὺς βοηθοῦμε νὰ ἐγ-καταλείψουν τὴν αἵρεση καὶ νὰ σωθοῦν, ὅπως τοὺς κορόϊδεψε καὶ τοὺς παραπλά-νησε ἡ ψευδοσύνοδος τοῦ Κολυμβαρίου, ὀνομάζοντας τὶς αἱρέσεις «ἐκκλησίες» καὶ ἀποφεύγοντας συστηματικὰ νὰ χρησιμοποιήσει τὴν λέξη αἵρεση στὰ κείμενά της, ἔστω καὶ μία φορά. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ «Σύνοδος» οὔτε ἀπέθανε, οὔτε ἐτάφη, οὔ-τε καταδικάσθηκε ἀπὸ τοὺς παρόντες Προκαθημένους στὴ Μόσχα, ἀλλὰ ἀκόμη ζεῖ καὶ βασιλεύει, ἐπαινούμενη καὶ προβαλλόμενη σὲ κάθε εὐκαιρία. Ἤδη στὰ νέα βιβλία Θρησκευτικῶν τῆς πατρίδας μας, τοὺς δύσφημους «Φακέλλους», χρη-σιμοποιοῦνται τὰ κείμενά της περισσότερο ἀπὸ τὰ κείμενα τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τῶν Ἁγίων Συνόδων, καὶ ἀποτελοῦν τὸ ἔρεισμα καὶ τὴν ἀπολογία γιὰ τὴν με-ταβολὴ τοῦ Ὀρθοδόξου μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν σὲ συγκρητιστικὸ πανθρη-σκειακὸ συνονθύλευμα, συνεργησάσης, δυστυχῶς, καὶ τῆς ἐπισήμου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πλὴν ἐλαχίστων ἀρχιερέων ποὺ διεφώνησαν καὶ διαφωνοῦν.
Ποιὰ ἄλλη ἰσχυρότερη ἀπόδειξη τῆς ἀποδοχῆς τῆς «Συνόδου» καὶ τῆς ἐπιβιώ-σεώς της χρειαζόμαστε ἀπὸ τὸ ὅτι στὸ πλέον ἐπίσημο λειτουργικὸ καὶ διοικητικὸ ἔντυπο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τὰ γνωστά «Δίπτυχα», στὸν πίνακα τῶν μεγάλων ἱστορικῶν γεγονότων καταγράφεται στὶς ἐκδόσεις τῶν ἐτῶν  2017 καὶ 2018 καὶ ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης[6]; Η ἴδια ἡ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, ἡ ὁποία δῆθεν ἔθεσε ταφόπλακα καὶ ἔθαψε τὴν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, μετὰ τὴν ἀρνητική της ἀναφορὰ εἰς αὐτὴν γράφει:«Ταυτόχρονα πρέπει νὰ δεχθοῦμε ὅτι ἡ Σύνοδος στὴν Κρήτη ἀποτελεῖ σημαντικὸ σταθμὸ στὴν ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»[7].
Δὲν ὑποτιμοῦμε τὴν ἀξία τῶν ἀποφάσεων τῆς Ρωσικῆς Ἱεραρχίας, τὶς ὁποῖες χαιρετίζουμε μὲ χαρὰ καὶ μερικὴ ἱκανοποίηση, ὄχι πλήρη, διότι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι πιὸ σαφεῖς καὶ καταδικαστικὲς  τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τῆς συμμετοχῆς μας στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, δηλαδὴ αἱρέσεων, καὶ τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης καὶ ὄχι ἀμφίσημες καὶ ἐπαμφοτερίζουσες, δηλαδὴ διπλωματικές. Θὰ ἐπιχειρήσουμε γι᾽ αὐτὸ στὴν συνέχεια νὰ ἐξηγήσουμε ποῦ ἔγκειται ἡ παραπληροφόρηση καὶ ἡ παραπλάνηση ὡς πρὸς τὴν πανορθόδοξη διάσταση τῶν ἀποφάσεων τῆς Ρωσικῆς Ἱεραρχίας καὶ νὰ προβοῦμε κατόπιν μὲ ἄλλο ἄρθρο σὲ σύντομη ἀποτίμηση αὐτῶν τῶν ἀποφάσεων, οἱ ὁποῖες δείχνουν ὅτι ἡ ἡγεσία τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας προσπαθεῖ ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ νὰ ἀναπαύσει τὶς συνειδήσεις παραδοσιακῶν ἱεραρχῶν, κληρικῶν, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, εἴτε λόγῳ οἰκουμενιστικῶν φρονημάτων καὶ πεποιθήσεων εἴτε ἀνταγωνιζόμενη τὸ οἰκουμενιστικὸ Φανάρι, συμμετέχει στὴν προώθηση τοῦ συγκρητισμοῦ καὶ τῆς πανθρησκείας.
Οἱ ἑορτασμοὶ στὴν Μόσχα γιὰ τὴν συμπλήρωση ἑκατονταετίας ἀπὸ τὴν ἐπανίδρυση τοῦΠατριαρχείου Μόσχας (1917-2017) εἶχαν δύο διαφορετικάξεχωριστάἄσχετα μέρηἘν πρώτοις τὴν συνεδρία τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ 29 Νοεμβρίου – 2 Δεκεμβρίου 2017, κατὰ τὴν ὁποία, παρισταμένων μόνον τῶν Ρώσων ἱεραρχῶν, συζητήθηκαν διάφορα θέματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ ἀποτίμηση τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης. Στὸ μέρος αὐτὸ δὲν ἔλαβαν μέρος οἱ Προκαθήμενοι τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, καὶ θὰ ἦταν ἀδιανόητο νὰ λάβουν μέρος, ἀναμειγνυόμενοι ὑπερτοπικὰ στὴν δικαιοδοσία μιᾶς αὐτοκέφαλης ἀδελφῆς Ἐκκλησίας. Θὰ ἦταν πρόκληση καὶ συνοδικὸ πραξικόπημα, ἐφ᾽ ὅσον ἐπρόκειτο ὄχι γιὰ πανορθόδοξη σύνοδο, ἀλλὰ γιὰ τοπικὴ σύνοδο μιᾶς αὐτοκέφαλης ἐκκλησίας. Καὶ ἀφοῦ δὲν ἔλαβαν μέρος, ἑπομένως δὲν ἄκουσαν καὶ ὅσα ἀρνητικὰ ἀποφασίσθηκαν γιὰ τὴν «σύνοδο» τοῦ Κολυμπαρίου ἀπὸ τοὺς 377 Ρώσους ἀρχιερεῖς, καὶ πολὺ περισσότερο οὔτε τὰ ἐπεκρότησαν, ὅπως ἀφήνεται ἀπὸ κάποιους νὰ ἐννοηθεῖ. Ἦταν δυνατὸν τόσο εὔκολα νὰ ἀρνηθοῦν τοὺς ἑαυτούς των οἱ Προκαθήμενοι ποὺ ὑπέγραψαν τὶς ἀποφάσεις τοῦ Κολυμπαρίου πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ (Ἰούνιος 2016) καὶ μάλιστα μερικοὶ ποὺ ἦσαν στυλοβάτες τῆς ψευδοσυνόδου καὶ ἐγκωμιαστὲς τοῦ ἀρχιτέκτο-να καὶ πρωτεργάτη, τοῦ πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου, ὅπως οἱ παρόντες στὴ Μόσχα πατριάρχης Ἀλεξανδρείας κ. Θεόδωρος καὶ οἱ ἀρχιεπίσκοποι Κύπρου κ. Χρυσόστομος καὶ Ἀλβανίας κ. Ἀναστάσιος; Τὸ πρῶτο μέρος λοιπὸν τοῦ ἑορτασμοῦ ἔληξε μὲ τὴν ἀνακοίνωση τῶν «Ἀποφάσεων τῆς Ἱερᾶς Ἐπισκοπικῆς Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας» σύμφωνα μὲ τὴν ἐπίσημη ἀγγλικὴ ἔκδοση τοῦ κειμένου, τὸ μεσημέρι τῆς 2ας Δεκεμβρίου, ὅπως αὐτὸ ἀναρ-τήθηκε στὴν ἱστοσελίδα τοῦ πατριαρχείου Μόσχας, ὥρα 14.00[8]. Τὸ ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας καὶ ὥρα 16.50 ἀνακοινώθηκε ὅτι «ἡ ἐπισκοπικὴ σύνοδος τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας υἱοθέτησε τὰ ἀποφασισθέντα τελικά της κείμενα», χωρὶς βέβαια τὴν παρουσία τῶν προκαθημένων τῶν τοπικῶν αὐτοκεφά-λων Ἐκκλησιῶν. Στὸ Ἀνακοινωθὲν[9],ὅπου γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀποδοχὴ - υἱοθέτηση τῶν τελικῶν κειμένων τῆς ἐπισκοπικῆς συνόδου τῶν 377 Ρώσων ἱεραρ-χῶν, ἐξαγγέλλεται ὅτι ἀργότερα θὰ γίνει ἡ συνάντηση τῶν Ρώσων ἱεραρχῶν μὲ τοὺς Προκαθημένους ὡς δεύτερο ἰδιαίτερο μέρος τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς ἑκατον-ταετίας, τὸ ὁποῖο δὲν εἶχε καμμία σχέση μὲ τὶς προηγούμενες ἀποφάσεις τῆς συνόδου τῶν 377 καὶ τὶς ὁποῖες ἀποφάσεις ἀγνοοῦσαν ἀσφαλῶς οἱ προσκληθέν-τες Προκαθήμενοι. Γράφει τὸ Ἀνακοινωθέν«Τὴν ἴδια μέρα μία μεγάλη συνάντηση τῆς Συνόδου θὰ λάβει χώρα. Μεταξὺ τῶν μετεχόντων σὲ αὐτὴ θὰ εἶναι οἱ Προκαθήμενοι καὶ οἱ ἀντιπροσωπεῖες τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν»[10].
Ἔγινε ὄντως ἀργὰ τὸ βράδυ αὐτὴ ἡ συνάντηση τῆς Ρωσικῆς Συνόδου καὶ τῶν παρισταμένων Προκαθημένων, καὶ σ᾽ αὐτὴν τὴν καθαρὰ ἑορταστικὴ συνεδρία προήδρευσαν οἱ Προκαθήμενοι καὶ ὄχι στὴν προηγούμενη, στὴν ὁποία ἦσαν πα-ρόντες μόνον οἱ 377 Ρῶσοι ἀρχιερεῖς καὶ προήδρευε φυσικὰ ὁ πατριάρχης Κύριλ-λος. Γιὰ τὴν ἰδιαίτερη αὐτὴ ἑορταστικὴ συνεδρία ἐξεδόθη ἐπίσης ξεχωριστὸ Ἀνα-κοινωθὲν ποὺ ἀναρτήθηκε στὴν ἱστοσελίδα τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας στὶς 23.58, λίγο πρὶν ἀλλάξει ἡ ἡμέρα, καὶ τοῦ ὁποίου ὁ τίτλος ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τελικὴ συνεδρία τῆς Ἐπισκοπικῆς Συνόδου τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ τὴν συμμετοχὴ τῶν Προκαθημένων καὶ ἐκπροσώπων τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν»[11].
Εἶναι λοιπὸν σαφὲς ἀπὸ τὴν ἀλληλουχία τῶν γεγονότων ὅτι οἱ Προκαθήμενοι δὲν ἦσανπαρόντες κατὰ τὴν τελικὴ συνεδρία τῆς Ρωσικῆς Συνόδου ὁποία ἀσχολήθηκε ἀνάμεσα στὰἄλλα καὶ μὲ τὴν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτηςκατὰ τὸ μεσημέρι τῆς 2ας Δεκεμβρίου τοῦ 2017.Ἦσαν παρόντες καὶ προήδρευσαν μόνον στὴν ἑορταστικὴ τελικὴ συνεδρία ἀργὰ τὸ βράδυ τῆς 2ας Δεκεμβρίου, κατὰ τὴν ὁποία δὲν ἔγινε λόγος γιὰ ἄλλα θέματα, οὔτε γιὰ τήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης. Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ πατριάρχης Ἱεροσολύμων κ. Θεόφιλος, ἀγνοώντας προφανῶς τὰ ὅσα ἐναντίον τοῦ Κολυμβαρίου ἀποφάσισε προηγουμένως ἡ Ρωσι-κὴ Σύνοδος, ἀναφέρθηκε ἐπαινετικὰ εἰς αὐτὴν λέγοντας, ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου βέβαια, τὰ ἑξῆς στὸν ἑόρτιο χαιρετισμό του: «Σήμερον ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καλεῖται καὶ πάλιν νὰ μαρτυρήσῃ τὴν ἀλήθειαν εἰς ἕνα κόσμον ἐκκοσμικευμένον, τὸν ὁποῖον προωθεῖ ἡ λεγομένη Παγκοσμιοποίησις. Ὅπως ἔχει ἐπισημανθῆ ὀρθῶς εἰς τὴν πρόσφατον Ἁγίαν καὶ Μεγάλην Σύνοδον τῆς Κρήτης κ.τ.λ.». Δὲν ἔχει ἀντιληφθῆ ὁ Ἱεροσολυμίτης Προκαθήμενος ὅτι ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης προωθεῖ τὴν Παγκοσμιοποίηση καὶ τὸν Οἰκουμενισμό ἤ διαστρέφει ἐν γνώσει του τὰ πράγματα; Φαίνεται πάντως ὅτι ἀγνοοῦσε τὰ προηγηθέντα καὶ ὅτι ἀσφαλῶς δὲν υἱοθέτησε τὶς ἐναντίον τῆς Κρήτης ἀποφάσεις τῶν 377 Ἱεραρχῶν τῆς Ρωσικῆς Συνόδου, ὅπως καὶ οἱ λοιποὶ Προκαθήμενοι. Ὅσοι πιστεύουν τὸ ἀντίθετο, ὅτι δηλαδὴ ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας τῶν 377 ἐπισκόπων ἀπέρριψε τὶς ἀποφάσεις τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτηςπαρόντων τῶν Προκαθημένων τῶν Τοπι-κῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ἤ ἔχουν ἐλλιπῆ πληροφόρηση ἤ ἐσκεμμένως δια-στρέφουν καὶ ὡραιοποιοῦν τὰ πράγματα, γιατὶ δὲν θέλουν ἤ δὲν μποροῦν γιὰ ποικίλους λόγους νὰ ἀγωνισθοῦν ἐναντίον τῆς «Συνόδου», ἀφοῦ κατ᾽ αὐτοὺς ἀπέθανε καὶ ἐτάφη, καὶ οἱ Προκαθήμενοι στὴν Μόσχα ἐπικύρωσαν μὲ τὴν παρου-σία τους τὶς ἀποφάσεις κατὰ τῆς ψευδοσυνόδου καὶ ἀκύρωσαν ἔτσι τὴν Κολυμ-πάρια «Σύνοδο».
Ἔτσι δυστυχῶς καὶ ἀνακριβῶς γράφει τὸ μνημονευθὲν δημοσίευμα τοῦ «Ὀρθοδόξου Τύπου» ποὺ παρέσυρε καὶ ἄλλους τινάς: «Τελικῶς ἠθελημένως ἤ ἀσυνειδήτως ἡ Ρωσία διέσωσε τὸ κῦρος τῆς Ὀρθοδοξίας θέτουσα τὴν τελεσίδικον σφραγῖδα εἰς τὸ Κολυμβάριον, τὸ ὁποῖον ἐπισήμως ἀπερρίφθη ὄχι μόνον ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι μόνον ἀπὸ τὰς Ἐκκλησίας Ρωσίας, Σερβίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς παρισταμένους Προκαθημένους ὅλων τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν». Τόση διαστρέβλωση εἶναι ἀδικαιολόγητη (!!!)
Γιὰ τὴν σημασία τῶν ἐναντίον τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης ἀποφάσεων τῶν 377 Ρώσων Ἱεραρχῶν θὰ γράψουμε σύντομα ἄλλο ἄρθρο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ φανεῖ ἂν «ἡ Ρωσία διέσωσε τὸ κῦρος τῆς Ὀρθοδοξίας» ἤ, ἂν δὲν τὸ ἔσωσε, πῶς μπορεῖ νὰ τὸ σώσει.


[1]. Ὁ πατριάρχης Ἀντιοχείας δὲν ἔλαβε μέρος στὸ συλλείτουργο τῶν Προκαθημένων καὶ τῶν ἀντιπροσώπων, μᾶλλον λόγῳ τῆς γνωστῆς διενέξεως μὲ τὸ Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων.
[2]«Ὀρθόδοξος Τύπος», 15 Δεκεμβρίου 2017, Ἀριθμ. φύλλου 2192, πρώτη σελίδα.
[3]. Αὐτόθι, σελ. 1.
[4]. Αὐτόθι, σελ. 7.
[5]Ἰω. 8, 32: «Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς». Α´ Κορ. 13, 7: Ἡ ἀγάπη «συγχαίρει τῇ ἀληθείᾳ». Γαλ. 4, 15: «Ἀληθεύοντες δὲ ἐν ἀγάπῃ αὐξήσωμεν εἰς αὐτὸν τὰ πάντα». Β´ Ἰω. 1 καὶ Γ´ Ἰω. 1: «Οὓς ἐγὼ ἀγαπῶ ἐν ἀληθείᾳ».
[6]Δίπτυχα 2017, σελ. 21 καὶ Δίπτυχα 2018 σελ. 23: «2016 (Ἰούνιος 19-26) Σύγκλησις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν Κρήτῃ».
[7]. Βλ. ἀνωτέρω δημοσίευμα «Ὀρθοδόξου Τύπου» σελ. 7.
[8]. «Resolutions of the Holy Bishops’ Council of the Russian Orthodox Church (29th November – 2nd December 2017». (https://mospat.ru/en/2017/12/02/news153871).
[9] τίτλος τοῦ Ἀνακοινωθέντος στὴν ἐπίσημη ἀγγλικὴ μετάφραση ποὺ ἀναρτήθηκε στὴν -στοσελίδα τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ἔχει ὡς ἑξῆς: «Bischops’ Council of the Russian Orthodox Church adopts its final documents» (02.12.2017 16.50) (https://mospat.ru/en/2017/12/02/news 153832)
[10]Αὐτόθι: «That same day, a grand meeting of the Council will be held. Among those taking part in it will be the Primates and delegations of the Local Orthodox Churches».
[11]. «Final session of the Bishops’ Council of the Russian Orthodox Church held with the participation of Primates and representatives of the Local Orthodox Churches». (https://mospat. ru/en/ 2017/ 12/02/ news153880)